Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαΐου 2013

gap1
Ένα πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε σήμερα στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων με τίτλο «Ο Γιώργος Παπανδρέου θα συνεχίσει να είναι παρών με τις ιδέες του και τις πολιτικές του».

Στο ρεπορτάζ σημειώνονται μεταξύ άλλων τα εξής :

Πριν από ένα μήνα, ακριβώς, συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την ημέρα που η Ελλάδα εντάχθηκε στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Ήταν 23 Απριλίου 2010, ανήμερα του Αγ. Γεωργίου, ημέρα της γιορτής του, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, ανήγγειλε, από το Καστελόριζο, την απόφασή του, αναλαμβάνοντας και το βάρος της ευθύνης της.

Νωρίτερα είχε συζητήσει με συνεργάτες του, το πρόβλημα και πως θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Ο κ. Παπανδρέου, αφού άκουσε τους συνεργάτες του, πήρε την απόφασή του. Αργότερα, όταν το θέμα ξανασυζητήθηκε σε συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, όπου τέθηκαν ξανά τα λεγόμενα εναλλακτικά σενάρια, ο κ. Παπανδρέου απάντησε λέγοντας ότι οι ηγέτες είναι για να παίρνουν αποφάσεις στις κρίσιμες στιγμές, αναλαμβάνοντας και το κόστος.

Ο ίδιος το ανέλαβε, αλλά και το πλήρωσε πολύ ακριβά. Έγινε, όπως αναφέρουν στενοί συνεργάτες του, με τη βοήθεια πολλών παραγόντων που δεν τον ξεχνούν ούτε σήμερα, το «απεχθέστερο» πρόσωπο στην Ελλάδα. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία και να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ.

Από τις αρχές του 2012 ο πρώην πρωθυπουργός κινείται μεταξύ Ελλάδας και εξωτερικού, έχοντας ήδη συμπληρώσει έναν χρόνο «ακαδημαϊκής αναζήτησης» σε κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου και μετέχοντας σε πάρα πολλά συνέδρια, μιλώντας για την Ελλάδα, όπως πολλές φορές έχουν πει οι συνεργάτες του, οι οποίοι τονίζουν ότι «ουδέποτε έπαψε να μιλά για την Ελλάδα, η οποία ήταν πάντα στην πρώτη σειρά των προτεραιοτήτων του, όπως και η προσπάθεια οριστικής εξόδου της χώρας από την κρίση».

Για τον κ. Παπανδρέου ο «κύκλος του εξωτερικού» έχει ολοκληρωθεί, όχι πως δεν θα ξαναταξιδέψει στο εξωτερικό, άλλωστε παραμένει πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθούς και οι υποχρεώσεις του θα τον στείλουν πολλές φορές εκτός Ελλάδας. Αλλά η παρουσία του στη χώρα θα είναι εντονότερη.

Ο πρώην πρωθυπουργός έχει συζητήσει σχετικά με τους συνεργάτες του και έχει δώσει το στίγμα των προθέσεών του. Ο Γιώργος Ελενόπουλος, ο στενότερος συνεργάτης του κ. Παπανδρέου σε θέματα Τύπου, είναι μεταξύ εκείνων που γνωρίζουν πολύ καλά τις προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού και δεν διστάζει να τις κοινοποιήσει.

Απ” όσα λέει προκύπτει αβίαστα ότι ο κ. Παπανδρέου δεν προτίθεται να ακολουθήσει την πρακτική της σιωπής.

Αντίθετα, πιστεύει ότι, οι ιδέες και οι πολιτικές που πρεσβεύει πρέπει να ακούγονται και να συζητούνται παντού, στην Αχαΐα, στην Αθήνα, σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε ομιλίες, σε εκδηλώσεις, σε συζητήσεις.

Το στίγμα του τρόπου με τον οποίο ο πρώην πρωθυπουργός προτίθεται να κινηθεί το επόμενο διάστημα, το δίνει η φράση «η μάχη συνεχίζεται», που χρησιμοποιεί ο κ. Ελενόπουλος. “Αλλωστε δείχνει να θεωρεί ότι αυτό που ξεκίνησε ως πρωθυπουργός, δηλαδή «οι μεταρρυθμίσεις και η αναζήτηση προοδευτικών λύσεων στα μείζονα προβλήματα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν έχουν προχωρήσει κι ας είναι, σήμερα, περισσότερο αναγκαίες από ποτέ».

Ο κ. Παπανδρέου θεωρεί ότι τα προβλήματα, που σήμερα διογκώνονται, δεν μπορούν να έχουν «κλασικού τύπου απαντήσεις», και πολύ περισσότερο αν αυτές οι απαντήσεις είναι συντηρητικές.

Οι πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν, όπως πιστεύει ο κ. Παπανδρέου, πρέπει να θέτουν τον άνθρωπο στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων και «να στοχεύουν στην κινητοποίηση και όχι την παθητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού». Επίσης, θεωρεί ότι σήμερα που αυξάνεται ο αριθμός των «παικτών» στο διεθνές παιχνίδι «απαιτείται περισσότερη Δημοκρατία και όχι λιγότερη», όπως είναι η τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και παγκοσμίως. Οι πολιτικές που υποστηρίζει ο κ. Παπανδρέου πρέπει «να επενδύουν στον άνθρωπο, στις υποδομές και να αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα για βιώσιμη ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο, όπου τα κέρδη και τα βάρη μοιράζονται δίκαια».

Σε αυτό το πλαίσιο ο κ. Παπανδρέου «θα δώσει τη μάχη, παρά τις σφοδρές επιθέσεις που δέχεται όλο αυτό το διάστημα» και τις οποίες θεωρεί ότι δέχεται «από δομημένα κέντρα που δεν επιθυμούν να ακούγεται και να αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων ο προοδευτικός μεταρρυθμιστικός λόγος, οι προοδευτικές μεταρρυθμιστικές πολιτικές». Θεωρεί, επίσης, ότι κάποιοι «επιχειρούν μάταια, με φασιστικού χαρακτήρα εκδηλώσεις, να περιορίσουν ή να καταργήσουν την ελεύθερη έκφραση απόψεων». Όσοι εμφορούνται από «αυταρχικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, δεν αντέχουν στον διάλογο και γι” αυτό θέλουν να τον καταργήσουν» τονίζει. Αυτός- όπως ο κ. Παπανδρέου πιστεύει, είναι και ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δέχεται επιθέσεις και επιχειρήθηκε να λοιδωρηθούν οι διαλέξεις του στα πανεπιστήμια και οι ομιλίες του σε συνέδρια, εξηγεί ο συνεργάτης του και προσθέτει ότι αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία να βάλλεται κάποιος επειδή έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για τις απόψεις του και τη χώρα του και την αξιοποιεί.

Όπως αναφέρει ο κ. Ελενόπουλος ο κ. Παπανδρέου στοχεύει, με τις παρεμβάσεις του «στην ανοικοδόμηση και τη διάδοση του προοδευτικού λόγου τόσο στο εξωτερικό, όσο και, κυρίως, στο εσωτερικό της χώρας. Η περίοδος δε που μεσολαβεί μέχρι τις ευρωεκλογές του 2014, όπως και κάθε αντίστοιχη περίοδος, προσφέρει τη δυνατότητα να οικοδομηθεί ένας ουσιαστικός διάλογος για όλα αυτά τα ζητήματα.

Ο πρώην πρωθυπουργός εκτιμά ότι ο προοδευτικός και μεταρρυθμιστικός λόγος και η προοδευτική στρατηγική, που προτίθεται να αναδείξει, είναι αναγκαία στοιχεία για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Μάλιστα, ακριβώς γι”
αυτόν τον λόγο, πεποίθησή του είναι ότι, όλοι πρέπει να έχουν φωνή, όλοι να ακούγονται και να κυριαρχεί η αρχή της ισονομίας, καθώς έτσι εμπεδώνεται αίσθημα εμπιστοσύνης και ενισχύεται η Δημοκρατία. Γι” αυτό και δεν μπορεί να δεχτεί τη στάση ενός μέρους του SPD απέναντι στη Σοσιαλιστική Διεθνή. «Χρειάζεται συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης στην προσέγγιση μειζόνων ζητήματων για τα συμφέροντα των πολιτών της Ευρώπης και όχι ένας νέος ηγεμονισμός, όποιος κι αν θέλει να είναι ο εκφραστής του».

Στην προσπάθειά του αυτή, όπως υποστηρίζουν οι συνεργάτες του, ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει «σημαντικά όπλα».

Είναι, πριν απ΄ όλα «ο τιτάνιος αγώνας του ελληνικού λαού για την έξοδο από την κρίση και τα πρωτοφανή αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν». Ο κ. Παπανδρέου θεωρεί, εξάλλου, ότι οι «σκληρές, αλλά αναγκαίες» επιλογές του για τη σωτηρία της χώρας, δικαιώνονται από τους τότε επικριτές του. Και επισημαίνεται, εν προκειμένω, η αναφορά του κ. Σαμαρά στην Κίνα, που αποδέχθηκε την ορθότητα των επιλογών του, «έστω κι αν ο ίδιος προωθεί ακόμα πιο επώδυνες ρυθμίσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, χωρίς μάλιστα, να προωθούνται οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις».

Στις προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού είναι να δώσει έμφαση στο «μεταρρυθμιστικό έργο» που άρχισε η κυβέρνησή του, θεωρώντας αναγκαίο, περισσότερο από ποτέ, να συνεχιστεί, αν και «η σημερινή κυβέρνηση δεν δείχνει να έχει παρόμοιες προθέσεις». Ο πρώην πρωθυπουργός, πάντως, θεωρεί ότι όσο συνεχίζεται η λήψη δημοσιονομικών μέτρων, είναι σχεδόν αδύνατο να προωθηθούν, παράλληλα και οι μεταρρυθμίσεις.

Ο κ. Παπανδρέου εξακολουθεί να πιστεύει ότι το χρέος και το έλλειμμα ήταν συμπτώματα βαθύτερων προβλημάτων του ελληνικού κράτους, του πολιτικού συστήματος και της διάρθρωσης της οικονομίας.

Όσο κι αν έχει λοιδωρηθεί η φράση «λεφτά υπάρχουν», ο πρώην πρωθυπουργός δεν παίρνει τίποτα πίσω από όσα είχε πει στις προεκλογικές ομιλίες του. Η άποψή του είναι ότι: «Πόροι, χρήματα, υπάρχουν εάν χτυπήσουμε φαινόμενα φοροδιαφυγής, αδιαφάνειας, αναξιοκρατίας, κλειστών επαγγελμάτων, σπατάλης και γραφειοκρατίας που εμποδίζουν την υγιή επένδυση και πρωτοβουλία. Εάν αυτά δεν απαντηθούν, οι προσπάθειες του ελληνικού λαού θα είναι ημιτελείς ή ακόμα και χωρίς αντίκρυσμα. Οι κρίσεις θα επανέρχονται ως συστημικά και όχι συγκυριακά φαινόμενα».

Αυτές ακριβώς τις μεταρρυθμίσεις προσπάθησε να προωθήσει, που, όμως, πολεμήθηκαν από διάφορες πλευρές, οι οποίες, όπως επισημαίνει ο κ. Ελενόπουλος, ανέσυραν ύστερα από ένα χρόνο εκείνη την αναφορά του κ. Παπανδρέου, «αποκόπτοντας τις γνωστές δύο λέξεις, προκειμένου να ματαιωθεί το σχέδιο των μεταρρυθμίσεων».

Σχετικά με το επίμαχο θέμα των ημερών, την αντιμετώπιση των ρατσιστικών και ναζιστικών φαινομένων, ο κ. Παπανδρέου έχει την άποψη ότι δεν αρκούν νομοθετικές πρωτοβουλίες. Θεωρεί ότι «οι προοδευτικές και ταυτόχρονα αποτελεσματικές πολιτικές και η ενίσχυση της φωνής του πολίτη αποτελούν την απάντηση». Θεωρεί επίσης ότι «πολιτικές συμπεριφορές που επικράτησαν τα τελευταία χρόνια, για λόγους μικροκομματικής σκοπιμότητας, τροφοδότησαν αρχικά την «αγανάκτηση» και την «οργή» και στη συνέχεια το μίσος και η βία».

Και η «επιστροφή» του κ. Παπανδρέου στην καθημερινή πολιτική δράση, που τοποθετείται, ρωτώ τον συνομιλητή μου.

«Ως δημοσιογράφος, γνωρίζω τη σημασία της επιλογής των λέξεων στη διαμόρφωση του τίτλου. Δεν πρόκειται περί επιστροφής. Ας μην ξεχνάτε ότι, πριν από οτιδήποτε άλλο, οι επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου έχουν σαν αφετηρία τους τη διασφάλιση της πορείας σωτηρίας της χώρας. Εκεί αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων και η εντονότερη παρουσία του εκτός συνόρων. Αν έπρεπε, λοιπόν, να «βγάλω» έναν τίτλο, θα έλεγα ότι: ο Παπανδρέου θα συνεχίσει να είναι παρών με τις ιδέες του και τις πολιτικές του. Εξάλλου, ακόμη και όταν κάποιοι του ασκούσαν κριτική για την απουσία του στο εξωτερικό, η ενασχόληση του με τα προβλήματα της χώρας ήταν καθημερινή. Είτε μέσω συναντήσεων με παράγοντες διεθνώς, είτε με τηλεφωνικές επικοινωνίες με Ευρωπαίους ηγέτες. Και με πρωτοβουλίες, όχι μόνο για τα μείζονα θέματα αλλά και για την Αχαΐα, όπως για παράδειγμα τα μεγάλα οδικά έργα στη Δυτική Ελλάδα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου βρίσκεται στην Αθήνα τον τελευταίο μήνα. Στις αρχές Ιουνίου θα πάρει μέρος στη σειρά διαλέξεων του TED στο Εδιμβούργο και στη συνέχεια θα μεταβεί στον Καναδά, όπου θα πάρει μέρος σε συζήτηση, στην οποία θα συμμετέχει, μεταξύ άλλων, ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν.Όλα με την ώρα τους, λοιπόν».

Βασίλης Μούρτης

Read Full Post »

pagoylatos Του Γιωργου Παγουλατου*

Τρία χρόνια μετά το Μνημόνιο, τα γνώριμα ερωτήματα επανέρχονται. Μερικές απαντήσεις.

1. Μπορούσε η Ελλάδα να αποφύγει το Μνημόνιο;

Σαφέστατα όχι, στην κατάσταση που βρισκόταν η οικονομία στα τέλη του 2009 – αρχές 2010. Κάθε χώρα που μπήκε σε Μνημόνιο μετά την Ελλάδα (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος), και με δεδομένη την οδυνηρή εμπειρία του ελληνικού Μνημονίου, είχε συνολικά καλύτερα οικονομικά μεγέθη και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να αποφύγει την προσφυγή. Η αδυναμία δανεισμού της Ελλάδας ήταν πλήρης και οι δανειακές ανάγκες τεράστιες.

2. Δεν θα ήταν καλύτερα να είχε αναδιαρθρωθεί το χρέος από το 2010;

Ακόμα καλύτερο θα ήταν να μας το είχαν χαρίσει πλήρως οι δανειστές. Ας σοβαρευτούμε. Αναδιάρθρωση χρέους το 2010 δεν μπορούσε να γίνει, διότι δεν θα ήταν συναινετική και οργανωμένη. Θα ήταν μονομερής, με συνέπειες ανεξέλεγκτα καταστροφικές, οδηγώντας μεταξύ άλλων σε έξοδο από το ευρώ. Με εξαίρεση ορισμένους κύκλους του ΔΝΤ, κανένας από τους κρίσιμους εταίρους (Γερμανία, Γαλλία, Κομισιόν, ΕΚΤ) δεν συζητούσε για αναδιάρθρωση πριν φανούν τουλάχιστον τα πρώτα αποτελέσματα ενός προγράμματος προσαρμογής. Η αντίθεσή τους ήταν δεδομένη, για προφανείς λόγους. Διότι η Ελλάδα ξεκινούσε με 24 δισ. πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα και άλλα τόσα εμπορικό έλλειμμα. (Γι’ αυτό, η εθνική διαπραγματευτική δυνατότητα ήταν πολύ χαμηλή.) Οι εταίροι θα έπρεπε να μας διαγράψουν χρέος και μετά να χρηματοδοτούν επιπλέον και τα ελλείμματα. Και να καλύψουν επίσης και το τεράστιο κόστος ανακεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών αλλά και ελληνικών τραπεζών, χωρίς ακόμη να έχει στηθεί ευρωπαϊκός μηχανισμός. Δεν υπήρχαν οι μηχανισμοί, και δεν υπήρχαν και δείγματα γραφής ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα προχωρούσε στην ταχεία μείωση των ελλειμμάτων, χωρίς ένα εξωτερικό πλαίσιο παρακολούθησης της προσαρμογής. Και μην ξεχνάμε, στα μάτια των εταίρων η Ελλάδα ήταν μια χώρα-υπότροπος, που δήλωνε 6% δημόσιο έλλειμμα και ξαφνικά προέκυψε με 15%, έχοντας «μαγειρέψει» και τα στοιχεία. Τοξικό το κλίμα αντιμετώπισης από τα εθνικά κοινοβούλια.

3. Δεν είναι λάθος όμως σε περίοδο ύφεσης να ασκείς πολιτική λιτότητας, που επιτείνει την ύφεση;

Κανονικά ναι. Εκτός εάν δεν υπάρχει κανένας πρόθυμος να σε δανείσει. Ολοι οι σοβαροί επικριτές της λιτότητας (από τον Πολ Κρούγκμαν ώς τον Μάρτιν Γουλφ), που ασκούν δριμεία κριτική στη γερμανική συνταγή γενικευμένης ταυτόχρονης λιτότητας στην Ευρωζώνη, αναγνωρίζουν ωστόσο την Ελλάδα ως ακραία εξαίρεση, στην οποία η λιτότητα ήταν αναπόφευκτη. Διότι η Ελλάδα δεν είχε μόνο δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος. Είχε κι ένα θηριώδες έλλειμμα εξωτερικού ισοζυγίου και καθαρό εξωτερικό χρέος. Αυτά απαιτούσαν δραστική μείωση της κατανάλωσης από τα πολύ ψηλά επίπεδα και συρρίκνωση των εισαγωγών, ώστε να μειωθεί το εξωτερικό έλλειμμα. Δηλαδή ύφεση.

4. Δηλαδή είχαμε δύο κρίσεις;

Ακριβώς. Η Ελλάδα το 2010 είχε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο επείγουσες κρίσεις: δημοσιονομική και εξωτερικού ισοζυγίου. Η πρώτη ήταν αναμενόμενη, αλλά η δεύτερη ήταν έξω από τις προσδοκίες της Ευρωζώνης. Κανένα θεσμικό όργανο της Ε.Ε. δεν είχε προειδοποιήσει γι’ αυτήν, καμία κυβέρνηση δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα να την αποτρέψει. Αυτό επισημαίνει και η πρόσφατη μελέτη του Bruegel («Financial Assistance in the Euro Area: An Early Evaluation»). Κανονικά, οι κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών αντιμετωπίζονται με συναλλαγματική υποτίμηση. Στην περίπτωση των χωρών του ευρώ, αυτό δεν ήταν δυνατόν. Τη δουλειά μπορούσε να κάνει μόνο η «εσωτερική υποτίμηση». Με τις γνωστές οδυνηρές επιπτώσεις. «Κρίση του ισοζυγίου πληρωμών είναι η κατάσταση στην οποία οι αγορές σταματούν να χρηματοδοτούν βιώσιμους δανειολήπτες εξαιτίας της χώρας στην οποία ανήκουν». Να η πιστωτική ασφυξία, ακόμα και υγιών ελληνικών επιχειρήσεων, που είχαν την ατυχία να βρίσκονται στη χώρα των διψήφιων ελλειμμάτων. Θεμελιώδης δυσχέρεια της «διπλής κρίσης»: η ύφεση διευκολύνει την αποκατάσταση του εξωτερικού ισοζυγίου, αλλά δυσκολεύει τον δημοσιονομικό στόχο. Καταβάλλουμε μεγάλες δημοσιονομικές θυσίες, για δυσανάλογα μικρότερο αποτέλεσμα.

5. Παρά τις μειώσεις δαπανών και τις αυξήσεις φόρων, παρά την οδυνηρή λιτότητα, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αυξάνεται. Δεν είναι αυτό απόδειξη αποτυχίας;

Πρώτον, το χρέος αυξάνεται όσο έχουμε πρωτογενές έλλειμμα, που προσθέτει νέο δημόσιο χρέος. Από φέτος μπαίνουμε σε πλεόνασμα, για πρώτη φορά μετά μια συνεχή δεκαετία πρωτογενών ελλειμμάτων. Δεύτερον, το χρέος αυξάνεται λόγω της ύφεσης (για την οποία μιλήσαμε). Τρίτον, το δημόσιο χρέος, μετά τις αποφάσεις αναδιάρθρωσης, δεν είναι πια το σημαντικότερο πρόβλημα της οικονομίας μας. Η Ελλάδα (αντίθετα από την Ιταλία ή την Ισπανία) δεν βρίσκεται υπό την εκβιαστική πίεση των αγορών. Εχει κερδίσει τον χρόνο για να κάνει τις αναγκαίες προσαρμογές. Η διαχείριση του χρέους είναι πια πολιτική, το μέγεθός του θα «κουρευτεί» με απόφαση των εταίρων εφόσον παραμείνουμε στον δρόμο της προσαρμογής. Και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι σήμερα (μετά τις πρόσφατες ρυθμίσεις) από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη, με πολυετές μορατόριουμ αποπληρωμών και επιτόκια κάτω από αυτά με τα οποία δανείζονται οι εταίροι μας για να μας δανείσουν. Αυτό απαντά και στην επαναλαμβανόμενη ανοησία της Χρυσής Αυγής περί «διεθνών τοκογλύφων».

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_28/04/2013_518972

Read Full Post »