Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Αύγουστος 2012

Ο Δήμαρχος Μυκόνου Α.Κουσαθανάς – Μέγας, δηλώνει κατηγορηματικά αντίθετος με την παραχώρηση του λιμανιού στον Τούρλο. Έδωσε χθες στη δημοσιότητα την επιστολή που έστειλε στην Διϋπουργική Επιτροπή Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, στους βουλευτές του νομού, στους περιφερειακούς συμβούλους και στην ΚΕΔΕ, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:

“Με έκπληξη, ενημερωθήκαμε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), στις 13/08/2012, ότι το νέο λιμάνι της Μυκόνου στην περιοχή Τούρλου είναι ένα από τα 23 λιμάνια που μεταφέρθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ, το δικαίωμα παραχώρησης σε τρίτους -μέσω συμβάσεων παραχώρησης- κάθε δικαιώματος χρήσης, διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης. Υπενθυμίζουμε ότι το συγκεκριμένο λιμάνι βρίσκεται στην 4η φάση κατασκευής (Κτίρια εξυπηρέτησης επισκεπτών-επιβατών) και ακολουθεί ακόμη μια φάση για την ολοκλήρωση της βασικής υποδομής του λιμένα (Είσοδος λιμένα, δρόμος πρόσβασης, χώροι στάθμευσης κλπ).

Μετά τις πρόσφατες διοικητικές παραλαβές προηγούμενων φάσεων του έργου, το Δ.Λ.Τ.Μυκόνου κατέχει τα δικαιώματα χρήσης, διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης. Τόσο ο Δήμος Μυκόνου, όσο και το Δ.Λ.Τ.Μυκόνου (Ν.Π.Δ.Δ. του Δήμου Μυκόνου) έχουν καταβάλει αμέτρητες προσπάθειες για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου έργου, από την έναρξή του, έως και σήμερα. Η λειτουργία του λιμανιού, από το Δ.Λ.Τ.Μ., προσφέρει σημαντικά έσοδα στο Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία ενδεχομένως και μάλιστα με τις υπάρχουσες συνθήκες, είναι αμφίβολο εάν το Ελληνικό Κράτος θα εξακολουθήσει να τα λαμβάνει, μετά την παραχώρησή του σε ιδιώτη.

Το συγκεκριμένο λιμάνι καλύπτει σχεδόν το σύνολο της κίνησης των επιβατών και οχημάτων από και προς το νησί μας. Η ιδιωτικοποίησή του θα δυσχεράνει τόσο την επικοινωνία, όσο και τις εμπορικές-τουριστικές σχέσεις του νησιού μας με την υπόλοιπη ελληνική επικράτεια και το εξωτερικό. Είναι προφανές ότι η τοπική οικονομία διασυνδέεται με το λιμάνι, οπότε μια τέτοια ενέργεια θα επηρέαζε άμεσα εκατοντάδες επιχειρήσεις του νησιού μας.

Το λιμάνι, επίσης, αποτελεί σημαντική πύλη εισόδου τόσο για το νησί μας, όσο και για το Ελληνικό Κράτος, άλλωστε, είναι καταταγμένο στους λιμένες διεθνούς ενδιαφέροντος, με την ΚΥΑ 8315.2/02/07. Ο έλεγχος επιβατών και οχημάτων εφαρμόζεται με μέτρα διεθνών αποφάσεων και Κωδίκων Ασφάλειας (Schengen, ISPS, κλπ). Κατά συνέπεια, ο έλεγχος και η εκμετάλλευση της πύλης εισόδου του νησιού και του κράτους, εν γένει, από ιδιώτη θέτει σε αμφισβήτηση τόσο την ασφάλεια του νησιού μας όσο και της χώρας μας, γενικότερα. Η παραχώρηση του συγκεκριμένου λιμανιού σε ιδιώτες είναι πολύ πιθανό να καταστήσει το Δ.Λ.Τ. Μυκόνου από κερδοφόρο δημόσιο φορέα σε ζημιογόνο, κάτι που έχει αποφευχθεί όλα αυτά τα χρόνια από τις τοπικές διοικήσεις του, θέτοντας σε κίνδυνο την λειτουργία, ενός ακόμα κερδοφόρου Ν.Π.Δ.Δ.

Αντιλαμβανόμενοι, την οικονομική κατάσταση της χώρας μας προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε την διϋπουργική απόφαση, αλλά είναι προφανές ότι, μια τέτοια επιλογή, ιδιαίτερα για νησιά όπως η Μύκονος, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τους Έλληνες πολίτες, πόσο μάλλον, όταν η λειτουργία του εν λόγω λιμένα, προσφέρει σημαντικά και αξιόλογα έσοδα, αυτή τη δύσκολη οικονομική περίοδο, στον αδύναμο κρατικό ισολογισμό και στην τοπική κοινωνία. Ταυτόχρονα, στερεί από την τοπική κοινωνία της Μυκόνου, τη δυνατότητα να αποφασίζει για τον τρόπο διαχείρισης και λειτουργίας μιας υποδομής που σχετίζεται με την επιβίωση του νησιού της, ιδιαίτερα δε όταν η Δημοτική αρχή ενημερώνεται από τα ΜΜΕ, χωρίς προγενέστερη ενημέρωση/διαβούλευση από τα αρμόδια Υπουργεία.

Ως δημοτική αρχή του νησιού ανησυχούμε, ότι μια πιθανή ιδιωτικοποίηση του σημαντικότερου και στρατηγικής σημασίας λιμένα που διαθέτει το νησί μας, μπορεί να επιφέρει υπερκέρδη σε ιδιωτικά κεφάλαια, τα οποία θα πληρωθούν, επί το πλείστον, από τους δημότες μας, με υπηρεσίες πανάκριβες και πιθανότατα αμφιβόλου ποιότητας. Το λιμάνι της Μυκόνου, όπως και τα υπόλοιπα του ελληνικού κράτους αποτελούν περιουσία του ελληνικού λαού και συντηρούνται από τον ίδιο με πολύ βαριά φορολογία. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ξεπουλά «τα φιλέτα» της ελληνικής περιουσίας, εις βάρος, όλων αυτών που πλήρωσαν να τα κατασκευάσουν και να τα συντηρήσουν.

Το λιμάνι στην περιοχή Τούρλου, όπως και τα υπόλοιπα, προσφέρουν τον πλούτο τους στον Έλληνα πολίτη, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούν εκατομμύρια ανθρώπων και εμπορευμάτων, ως κέντρα ασφαλών, φθηνών και δημόσιων ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Ο Δήμος Μυκόνου είναι αρνητικός στη συγκεκριμένη απόφαση που ελήφθη, χωρίς να έχει προηγηθεί κανένας διάλογος με την τοπική κοινωνία και την αυτοδιοίκηση, παράλληλα ζητά και τη συνδρομή της ΚΕΔΕ. Ταυτόχρονα, καλεί τους βουλευτές του νομού Κυκλάδων, όπως φέρουν, άμεσα, θέμα συζήτησης στη Βουλή, για την επανεξέταση της Διϋπουργικής απόφασης και την άμεση ακύρωσής της”.

Read Full Post »

Δεν βλέπουμε συχνά έναν πρώην πρωθυπουργό να παίρνει το λόγο στη Βουλή, όπως δεν διαπιστώνεται συχνά η διάθεση ενός πρώην προέδρου κόμματος να πάει κόντρα στη γραμμή του κόμματος του. Χθες όμως, ο Γιώργος Παπανδρέου καταψήφισε τις αλλαγές στο νόμο Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ και βρέθηκε και στη Βουλή για να δικαιολογήσει με θέρμη την άποψη του:

«Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, αγαπητοί συνάδελφοι, κάποτε ως Υπουργός Παιδείας ρώτησα έναν πρύτανη, γιατί στο πανεπιστήμιό του έπρεπε για να περάσει ένας φοιτητής το πτυχίο της βιολογίας, να κάνει ογδόντα τρία μαθήματα, όταν σε άλλα πολύ καλά πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μάξιμουμ ήταν τριάντα δύο μαθήματα;

Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική. Επειδή, λέει, έχουμε ογδόντα τρεις καθηγητές. Αυτό είναι ένα παράδειγμα, αγαπητοί συνάδελφοι, της κακοδαιμονίας του δημόσιου ελληνικού πανεπιστημίου.
Βασικό κριτήριο αγαπητοί συνάδελφοι, για την απόκτηση ενός πανεπιστημιακού πτυχίου σε αυτήν την περίπτωση, δεν ήταν οι ανάγκες της επιστήμης, δεν ήταν οι ανάγκες του επαγγέλματος, δεν ήταν η ανάπτυξη της περιφέρειας που θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά το πανεπιστήμιο και τα ΤΕΙ, ούτε οι ανάγκες της παραγωγής τοπικής, εθνικής ούτε της καινοτομίας ούτε βέβαια και της ανάγκης να βρουν δουλειά οι νέοι.

Το βασικό κριτήριο ήταν το τμήμα βιολογίας να τακτοποιήσει τους καθηγητές να πουλήσουν το σύγγραμμά τους που συνήθως σε πάρα πολλές περιπτώσεις -με εξαιρέσεις βεβαίως- ήταν απλώς η ανατύπωση του διδακτορικού τους έργου, που δεν είχε πολλές φορές καμία σχέση με το πρώτο πτυχίο. Χωρίς δηλαδή να υπάρχει ένα άρτιο οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο συλλογικά και με συγκεκριμένη στόχευση θα υπηρετούσε το κοινό συμφέρον και βεβαίως θα το υπηρετούσε όλο το προσωπικό συλλογικά του τμήματος.

Είναι ένα παράδειγμα, δεν είναι η μόνη κακοδαιμονία, αλλά είναι, δυστυχώς, ο κανόνας και όχι η εξαίρεση για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.
Όσοι μιλούν για το δημοκρατικό πανεπιστήμιο αγνοούν ότι το σύστημα ως έχει καλλιεργεί ένα πελατειακό πανεπιστήμιο, πνίγοντας τις πραγματικές ανάγκες του τόπου και της ακαδημαϊκής κοινότητας που υπάρχουν. Είναι αποξενωμένο από τις πραγματικές ανάγκες των ίδιων των φοιτητών, αλλά και της κοινωνίας. Είναι ένα δείγμα του παραλογισμού του πελατειακού συστήματος διοίκησης, που πληρώνει, όμως, ο ελληνικός λαός με τους φόρους του.

Αυτή είναι η πραγματικότητα και θέλω να πω και το λέω συνέχεια ότι αν κερδίσουμε, παραδείγματος χάρη, στη διαπραγμάτευση που κάνει η Κυβέρνηση με τους εταίρους μας, όσο χρόνο και όσα χρήματα δώσουν οι εταίροι μας, όσο ευνοϊκή και αν γίνει η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πρώτιστη δική μας ευθύνη είναι να συνεχίσουμε να αλλάζουμε ριζικά τη χώρα μας, πόσο μάλλον αν οι ευρωπαϊκές και παγκόσμιες συνθήκες γίνουν και πιο δύσκολες, διότι αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση σπαράσσεται από τις διαφωνίες. Κάνει ένα μετέωρο βήμα μεταξύ της μεγαλύτερης και αναγκαίας εμβάθυνσης, συνεργασίας, εποπτείας, αλλά και αλληλεγγύης και από την άλλη μεριά της αποδόμησης του ευρώ, ενός νέου εθνικισμού που αναπτύσσεται, που θα αποδομήσει και την ίδια την Ευρώπη που ξέρουμε.

Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές είναι προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ, αν θέλετε, ώστε να γίνει η Ελλάδα ισχυρή, να σταθεί στα δικά της πόδια, να σταθούμε στις δικές μας ελληνικές δυνάμεις. Γιατί η εξάρτησή μας ξεκινά από τις δικές μας αδυναμίες, όχι έξοθεν. Ξεκινά από μια οικονομία που βασίστηκε στον παρασιτισμό, όχι στην πραγματική παραγωγή, μια παιδεία στραμμένη στην έτοιμη θέση στο δημόσιο και όχι στην καλλιέργεια των δυνάμεών μας, από την πελατειακή πολιτική που στρέφει τον Έλληνα και τις δυνάμεις του ελληνισμού σε έναν αέναο ανταγωνισμό για το κυνήγι του μικροσυμφέροντος, της εξουσίας σε βάρος του συνόλου, σε βάρος του κοινού και δημόσιου συμφέροντος, αντί της εδραίωσης βασικών αρχών και δικαιωμάτων για όλους.

Ας το καταλάβουμε καλά ότι η οριστική έξοδος της Ελλάδας από την κρίση και η αλλαγή της Ελλάδας είναι δύο έννοιες αλληλένδετες. Δεν πρόκειται να σωθεί οριστικά η χώρα αν δεν αλλάξει ριζικά, αν δεν ξεριζώσουμε πελατειακές αντιλήψεις, να εδραιώσουμε τα βήματα διαφάνειας που έγιναν παντού, να συνεχιστεί το χτύπημα της διαφθοράς, της σπατάλης, να εδραιωθεί η αξιοκρατία και η λογοδοσία και στα πανεπιστήμιά μας, να εμπεδώσουμε το αίσθημα δικαίου, της ευνομίας. Αν δεν τα κάνουμε αυτά, τότε η χώρα θα παραμείνει με τις παθογένειές της και θα είναι εξαρτημένη από τους ανέμους των καιρών, των αγορών και των εκάστοτε ισχυρών.

Γι’ αυτό ξεκινήσαμε και πριν και μετά το μνημόνιο να ξεριζώνουμε αυτή την πελατειακή λογική που είναι η βαθύτερη αιτία του προβλήματος, ένα κράτος που υπηρετεί όχι τους ισχυρούς, αλλά το δημόσιο συμφέρον. Διότι είναι σύμπτωμα που παραλίγο, βέβαια, να μας φέρει στην κατάρρευση το έλλειμμα και το χρέος. Οι αιτίες είναι βαθύτερες. Αυτές πρέπει να θεραπεύσουμε και αυτό κάναμε και στην τριτοβάθμια παιδεία. Κάναμε μεγάλες αλλαγές που δεν επιβάλλει κανένα μνημόνιο και καμία τρόικα, για τις οποίες εμείς είμαστε υπεύθυνοι για να παραδώσουμε βιώσιμη και δικαιότερη την Ελλάδα στα παιδιά μας. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Κύριε Υπουργέ, εγώ είχα την πρόθεση και να καταψηφίσω και να ζητήσω και την απόσυρση, θα ακούσω βεβαίως, τελικά, τι θα δεχτείτε στο σύνολο και στα άρθρα, αλλά χαίρομαι που υπήρξαν αλλαγές και θα τις αξιολογήσω για τη στάση μου.
Θέλω να τονίσω ότι το πρώτο νομοσχέδιο που έφερε η Κυβέρνηση συμβολίζει δυστυχώς, όλα αυτά που θα έπρεπε να αλλάξουν. Αποτελεί ή αποτελούσε μια αντιμεταρρύθμιση.

Μας πήγαινε πίσω αντί για μπροστά. Αντί να κάνει τομές και να συνεχίσει παραπέρα αυτές τις τομές στα κακώς κείμενα των πανεπιστημίων, έδωσε ένα κακό μήνυμα, ότι η Κυβέρνηση εκφράζει τη βούληση να συνεχίσει την επίπονη προσπάθεια για να μειώσει τα ελλείμματα με βαρύ τίμημα για τον ελληνικό λαό, αλλά φοβάται και δεν έχει την τόλμη να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα αίτια.
Δεύτερον έδινε το μήνυμα ότι ενδίδουμε σε κάποιες ισχυρές συντεχνίες καθηγητών σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και ειδικότερα της νέας γενιάς. Έρχεστε να αλλάξετε ένα νόμο που ψηφίστηκε από τα 4/5 της ελληνικής Βουλής γιατί σας πίεσαν οι πρυτάνεις. Ποιο είναι το δίδαγμα για τον ελληνικό λαό, για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς αλλά και για κάθε άλλη συντεχνιακή ή άλλη απαίτηση; Ότι το Κοινοβούλιο δεν είναι παρά έρμαιο εξωθεσμικών βουλήσεων, ότι υπηρετούμε ειδικά και όχι το δημόσιο συμφέρον. Αν φοβόμαστε τόσο να αγγίξουμε τα προνόμια και τις εξουσίες ενός καθηγητικού κατεστημένου, τι να πούμε για τις εξουσίες και τα προνόμια ισχυρότερων, όπως των τραπεζιτών ή των μεγάλων φοροφυγάδων; Αποτελεί πλήγμα λοιπόν στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στο Κοινοβούλιο τη στιγμή που ο Έλληνας πολίτης αισθάνεται βαθιά την αίσθηση αξιοπιστίας προς το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Τρίτον τη στιγμή που διαπραγματευόμαστε με τους εταίρους μας για την πιο ήπια προσαρμογή, για την αποφυγή των λεγόμενων οριζόντιων μέτρων, ένα βασικό διαπραγματευτικό μας όπλο θα ήταν η ανάδειξη του μεταρρυθμιστικού έργου που προωθήσαμε και προωθούμε κάτω από αντίξοες συνθήκες. Έχω πει από την πρώτη στιγμή που είχα αναλάβει το 2009 στους εταίρους μας ότι το θέμα αυτό των μισθών και συντάξεων είναι δευτερεύον μπροστά στη μεγάλη προτεραιότητα να διορθώσουμε στρεβλώσεις, την αδιαφάνεια, τη διαφθορά, τη σπατάλη, την πελατειακή διαχείριση των υλικών αλλά και των ανθρώπινων πόρων. Θα έπρεπε να βροντοφωνάζουμε για κάθε μεγάλη θεσμική αλλαγή αντί να την καταργούμε αποδεικνύοντας έτσι τη βούλησή μας να σπάσουμε αυγά για να βάλουμε τάξη στη χώρα, να αναμορφώσουμε βασικούς και καίριους θεσμούς όπως της παιδείας, να γίνει η Ελλάδα στο μέλλον μια χώρα ισχυρή, βιώσιμη χωρίς την ανάγκη συνεχούς αιμοδοσίας.
Εσείς κάνατε το αντίθετο. Δώσατε στους εταίρους μας το μήνυμα ότι η Κυβέρνηση είναι έτοιμη να υποκύψει στις βουλήσεις κάθε κακώς εννοούμενης συντεχνίας, κάθε ειδικού συμφέροντος. Και αυτό υπονομεύει και τη διαπραγματευτική μας θέση.

Επί της ουσίας του νομοσχεδίου, ξέρετε καλά ότι ψηφίσαμε πέρυσι τη λειτουργία των πανεπιστημίων σε μια νέα βάση. Αυτό όμως έγινε και με πρωτόγνωρες διαδικασίες. Συγκροτήθηκε διεθνής συμβουλευτική Επιτροπή με κορυφαίους ακαδημαϊκούς από τα πιο πετυχημένα πανεπιστήμια του κόσμου. Μελέτησε την κατάσταση. Κατέθεσε τις προτάσεις για τις καλύτερες πρακτικές. Με βάση αυτές τις προτάσεις και τον εξαντλητικό διάλογο της τότε ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας διαμορφώθηκε ένα νέο πλαίσιο, να απελευθερώσουμε τα πανεπιστήμιά μας, να γίνουν ανταγωνιστικά στο διεθνές περιβάλλον, να βοηθήσουν πράγματι την Ελλάδα να ξεπεράσει την κρίση. Ήταν καθοριστικής σημασίας γιατί οι διεθνείς μελέτες δείχνουν παντού ότι οι χώρες που έχουν μέλλον και μπορούν να ανταγωνιστούν είναι οι χώρες που επενδύουν στην παιδεία, στην καινοτομία, στην έρευνα και αυτό φαίνεται και στην Ευρώπη. Η Ισπανία και η Ελλάδα που έχουν τα ασθενέστερα εκπαιδευτικά συστήματα έχουν και τη μεγαλύτερη ανεργία.

Θυμίζω ότι οι περσινές αλλαγές στα πανεπιστήμια χαιρετίστηκαν απ’ όλους τους διεθνείς οργανισμούς και η Ελλάδα την περίοδο του 2009-2011 ήταν συνολικά η πρώτη χώρα στον κόσμο στον ΟΟΣΑ, δηλαδή στις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, σε ρυθμό υιοθέτησης μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς.

Κλείνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω να επικαλεστώ ένα μεγάλο δάσκαλο, έναν ακατάπαυστο εργάτη της παιδείας και από την έδρα αλλά και στη θεωρία και για την ιστορία του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ήταν και για μένα δάσκαλος όσο χειριζόμουν τα θέματα παιδείας στη χώρα. Αναφέρομαι στον Αλέξη Δημαρά τον οποίο χάσαμε δυστυχώς φέτος το καλοκαίρι. Μιλώντας αυτός για την ιστορία της παιδείας στην Ελλάδα μου έλεγε ότι η βασικότερη αδυναμία είναι η απουσία συνέχειας και σοβαρού μακροπρόθεσμου προγραμματισμού και έβλεπε ότι η θεραπεία γι’ αυτό το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα θα ήταν η διαμόρφωση της ευρύτατης συναίνεσης γύρω από τα θέματα της παιδείας, τα βασικά θέματα προγραμματισμού και αποφάσεων για την παιδεία, μια διακομματική και όχι μόνο συνεργασία.

Αυτήν την αρχή υπηρέτησα όσο μπορούσα και ως Υπουργός Παιδείας, αλλά και ως Πρωθυπουργός. Το ίδιο έπραξα, όταν μίλησα με το σημερινό Πρωθυπουργό και τότε Αρχηγό της Αντιπολίτευσης, τον Αντώνη Σαμαρά, για να βρεθούν οι κοινοί τόποι και να ψηφιστεί τότε αυτός ο νόμος. Αυτή ήταν ιστορική κατάκτηση για την παιδεία μας, αλλά και για τον πολιτικό μας πολιτισμό, κάτι που και ενέπνευσε και χαιρετίστηκε από τον ελληνικό λαό, από τα μέσα ενημέρωσης και αυτή η κατάκτηση δεν πρέπει να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων.

Ελπίζω, κύριε Υπουργέ, ότι πράγματι θα ακούσετε τις εποικοδομητικές προτάσεις των κοινοβουλευτικών εδώ στην Αίθουσα αυτή για να μπορέσει όχι απλώς να διασωθεί αυτός ο νόμος, αλλά και να προχωρήσει και να υλοποιηθεί και να συνεχίσουν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο χώρο της παιδείας. Τελικά αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις επόμενες γενιές από όλα αυτά τα οποία εμείς δοκιμάζουμε και τα οποία περνάμε αυτήν τη στιγμή.»

Read Full Post »