Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2012

Αυτά έγραφα το 1996, πριν από 16 χρόνια, στο μικρό βιβλίο που εκδόθηκε με την ονομασία “Το Δέντρο και το Δάσος”.

«Αίσθημα απογοήτευσης επικρατεί σήμερα στον Έλληνα και την Ελληνίδα για την πολιτική ζωή στη χώρα μας. Δεν μιλώ για το ποιός κυβερνά ή το τι επαγγέλλεται, αλλά για το πρότυπο της εξουσίας που επικρατεί. …
Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και τελικά τα μέσα διαπαιδαγωγούν, διαμορφώνουν συνειδήσεις και καθορίζουν τον προορισμό μας που τελικά δεν μπορεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του κυνηγητού της εξουσίας.
Όλα επιτρεπτά και νόμιμα, εφόσον υπηρετούν τον υπέρτατο σκοπό: της εξουσίας για την εξουσία. …
Όλα υποτάσσονται στις σκοπιμότητες της εξουσίας, της κάθε εξουσίας, που θέλει να διατηρήσει την καρέκλα. …
Όταν ο λαός χάνει την ελπίδα του η συντήρηση, το κατεστημένο, χαίρεται. Και τότε τι αντιπροσωπεύει ο βουλευτής; Γίνεται πιόνι ανάμεσα σε οικονομικά συμφέροντα. Βλέπει το δέντρο του ρουσφετιού και όχι το δάσος των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων.»

– – – – – – –
«” Φίλες και φίλοι,
Τα ίδια υπογράμμιζα και το 2009. Δηλαδή την αδήριτη ανάγκη να εμβαθύνουμε την δημοκρατία, να σπάσουμε το πελατειακό κράτος, που είχε επί δεκαετίες διαβρώσει τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος και την κοινωνία μας συνολικά.
Να προτάξουμε το συλλογικό συμφέρον μπροστά από το ατομικό ή συντεχνιακό συμφέρον που κατακερμάτισε τις δυνάμεις του Ελληνισμού.
Πίστη μου, ότι έπρεπε να απελευθερωθούμε από τον κρατισμό, που επικράτησε και δημιούργησε μια παρασιτική οικονομία, τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις και τελικά, μια ευάλωτη Ελλάδα.
Η πελατειακή διόγκωση του κράτους και της σπατάλης, βρήκε το απόγειό της στην προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ. Καλύφτηκε έτσι η αδυναμία να διαμορφώσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο από τον υπέρμετρο δανεισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το χρέος της χώρας μέσα σε ελάχιστα χρόνια.

Ναι, η παρεξηγημένη ή και επίτηδες διαστρεβλωμένη ρήση μου “λεφτά υπάρχουν”, πάντα παρέπεμπε στην ανάγκη αξιοποίησης των υπαρχόντων πόρων με διάφανο και αποτελεσματικό τρόπο. Που να στηρίζει την ανάπτυξη και τις δουλειές.

Ποτέ δεν υποσχεθήκαμε λαγούς με πετραχήλια, όπως κάνουν άλλοι σήμερα, μετά μάλιστα και από μία διετία που έπρεπε να παραδειγματίσει όλους μας. Υποσχεθήκαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Κάτι που κάναμε για παράδειγμα, όταν μειώσαμε κατά 30% το κόστος των φαρμάκων, επιβάλλοντας την ηλεκτρονική συνταγογράφηση σε ασφαλιστικά ταμεία. Όταν τολμήσαμε να αναζητήσουμε και να βρούμε συντάξεις – αναπηρικές ή μη – μαϊμούδες. Στέλνοντας πολλούς υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη του ΙΚΑ στη Δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα τη φυλάκισή τους. Όταν πρωτοποριακά δημοσιοποιήσαμε όλες τις δαπάνες του κράτους στο διαδίκτυο.
Είπαμε, ότι θα φτιάξουμε ένα κράτος που σπάει τον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και της αδιαφάνειας. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, αυτό και μόνο να πετύχουμε, θα μας δώσει άλλες 8 μονάδες του ΑΕΠ έσοδα.
Δηλαδή, η Ελλάδα θα είχε απεξαρτηθεί από την ανάγκη εξωτερικής βοήθειας και παράλληλων συμφωνιών τύπου μνημονίου.
Αυτή είναι η αλήθεια.

Αυτή η προσπάθεια εάν είχε ξεκινήσει εδώ και χρόνια, αξιοποιώντας τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του 2004, θα είχε ήδη δώσει απτά αποτελέσματα και θα μας προστάτευε από την διεθνή κρίση. Θα μας θωράκιζε από τους άγριους ανέμους των διεθνών αγορών.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 2009, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια. Το αντίθετο.

Εμείς, μέσα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες, κάναμε μία αρχή προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά είναι μόνο η αρχή. Το διακύβευμα παραμένει και είναι σαφές.

Αν είμαστε ή όχι αποφασισμένοι, συλλογικά ως έθνος, να φτιάξουμε κράτος. Κράτος ευνομίας και δικαίου.

Αν έχουμε την πολιτική και συλλογική δημοκρατική βούληση να φτιάξουμε ένα κράτος που δεν σπαταλά, που βοηθά την πρωτοβουλία του πολίτη, του επιχειρηματία, που σέβεται τον εθνικό πλούτο, από το περιβάλλον μέχρι τον πολιτισμό μας, όπως και τους κόπους του πολίτη.
Αν θέλουμε να μπει τέλος στην αιχμαλωσία του πολιτικού συστήματος από τα συμφέροντα.
Αν θέλουμε πράγματι να οικοδομήσουμε μια παραγωγική Ελλάδα, μια υγιή οικονομία, βασισμένη στα δικά μας -και μεγάλα- συγκριτικά πλεονεκτήματα, πατάσσοντας την πελατειακή εξάρτηση, την σπατάλη, τον παρασιτισμό, τη γραφειοκρατία, την αδιαφάνεια, την ανομία, τη διαφθορά.

Είναι ακριβώς όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα που πολεμούσα και πριν από το 2009 και για τα οποία ζήτησα την ψήφο των πολιτών προκειμένου να τα αλλάξουμε όλοι μαζί.
Κατέστησα σαφές στους εταίρους μας στην ΕΕ, ότι πρέπει να μας δώσουν χρόνο και την απαραίτητη προστασία από τις αγορές, γιατί πρώτα πρέπει να αλλάξουμε τη χώρα για να τιθασεύσουμε αποτελεσματικά το έλλειμμα.

Ήταν, όμως, ήδη αργά.
Δεν μας έδιναν τον απαραίτητο χρόνο, απέναντι στις ορέξεις των αγορών και των κερδοσκόπων. Μετά από αγώνα και με τον μηχανισμό στήριξης που κερδίσαμε, πήραμε λίγο χρόνο, αλλά το χρονικό διάστημα που είχαμε στη διάθεσή μας για να μειώσουμε το έλλειμμα, παρέμενε ασφυκτικό.
Σήμερα, που τόσοι μιλούν για την ανάγκη να χτυπήσουμε την φοροδιαφυγή, έρχονται απλώς στα λόγια μας, σε αυτά που υποστηρίζαμε από το 2009 απέναντι στον συντηρητικό συσχετισμό δυνάμεων στην ΕΕ.

Ήθελα μέσα σε μία τετραετία να αλλάξω συθέμελα την Ελλάδα, αλλά η ιστορία μου επιφύλαξε έναν άλλο ρόλο, να παλέψω ώστε η χώρα μας να αποφύγει τη χρεοκοπία. Και αυτή την ευθύνη την ανέλαβα με όποιο προσωπικό ή πολιτικό κόστος.

Κάθε μέρα που περνάει, από τις 18 Μαΐου του 2010, χωρίς να ζήσουμε την εθνική τραγωδία μιας χρεοκοπίας, είναι και ένα μικρό θαύμα. Γιατί στις 18 Μαΐου του 2010, εξαιτίας των εγκλημάτων του παρελθόντος, η χώρα ήταν καταδικασμένη να ζήσει μια απερίγραπτη οικονομική τραγωδία, μια χωρίς προηγούμενο τραγωδία. Δεν την έζησε. Δεν τη ζήσαμε. Και εύχομαι να μην τη ζήσουμε ποτέ.
Έκτοτε δίνουμε όλοι μια καθημερινή μάχη επιβίωσης, συλλογικά ως Έθνος, η κάθε Ελληνική οικογένεια, ο καθένας ατομικά.

Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν για να μην καταρρεύσουμε, για να εξασφαλίσουμε την αλληλεγγύη των εταίρων μας.
Αν και η μάχη αυτή κερδήθηκε, μπορεί εύκολα να έχουμε επικίνδυνα πισωγυρίσματα εφόσον δεν συνεχίσουμε την προσπάθεια, δεν διασφαλίσουμε την αναγκαία για το μέλλον της χώρας και των Ελλήνων πορεία.

Και αυτό, αφορά πρωτίστως την Κυβέρνηση της επόμενης μέρας.
Δεν είναι για κανέναν μας εύκολο σε μια τόσο δύσκολη στιγμή, την ώρα του πόνου και της δοκιμασίας, να δούμε με καθαρό τρόπο το συλλογικό μας συμφέρον.
Η εθνική πρόκληση όμως, είναι να αποτελέσει η κρίση ευκαιρία να κινητοποιήσουμε δημιουργικές δυνάμεις. Να δημιουργήσουμε μια διαφορετική Ελλάδα, έστω και εάν ο πόνος της γέννας είναι μεγάλος. Είναι όμως μικρότερος από την συλλογική ικανοποίηση της δημιουργίας.

Για τον λόγο αυτό, όπλα μας δεν μπορεί να είναι παρά η εθνική ενότητα, αλλά και η απόλυτη αυτογνωσία, ειλικρίνεια και νηφαλιότητα για το τι μας έφερε εδώ και το τι έχουμε μπροστά μας.

Και με μια προϋπόθεση: ότι την απάντηση θα την δώσουμε δημοκρατικά, αλλιώς δεν θα υπάρξει.

Η δική μου κυβέρνηση έδωσε τη μάχη σε τρία Μέτωπα.
Αυτά που θα αντιμετωπίσει και η νέα κυβέρνηση.

Το πρώτο μέτωπο, αφορά τις εξελίξεις στη διεθνή οικονομία.
Ήμουν αποφασισμένος να κάνω μια εκστρατεία – και το έκανα, από την Σοσιαλιστική Διεθνή μέχρι και την Wall Street – για αλλαγές σε μια σειρά σημαντικά ζητήματα:

Να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή, το αποτέλεσμα της οποίας έβρισκε εκτός των άλλων και φορολογικούς παραδείσους για να τοποθετηθεί, αφού πρώτα είχε κλαπεί από τους λαούς, στερώντας τους πόρους για ανάπτυξη και εμπέδωση του κοινωνικού κράτους. Σε κάθε Συμβούλιο Κορυφής έθετα το ζήτημα, ενώ είχαμε ξεκινήσει συνεργασία με άλλες χώρες, όπως η Ελβετία, για την φορολόγηση καταθέσεων που ξέφευγαν από τον έλεγχο των ελληνικών αρχών.
Να υπάρξει απόλυτη διαφάνεια στα λεγόμενα CDS , τα παράγωγα, μέσα από τα οποία πολλοί μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν σε βάρος χωρών, όπως της Ελλάδας.
Να υπάρξει δημοκρατικός έλεγχος των οίκων αξιολόγησης, που έχουν αποκτήσει τεράστια, ανεξέλεγκτη δύναμη.
Αλλά και να αναγνωριστούν οι προσπάθειες και οι θυσίες του Ελληνικού λαού που επιζητά να αναμορφωθεί η χώρα μας, σπάζοντας τα αρνητικά στερεότυπα για τη Ελλάδα και τους Έλληνες, που κυριαρχούσαν σε άλλες χώρες, σε άλλες κοινωνίες.
Αυτές οι μάχες παραμένουν επίκαιρες και πρέπει να δοθούν από την επόμενη κυβέρνηση.

Το δεύτερο μέτωπο ήταν και είναι οι αλλαγές στην ίδια την δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πολύ γρήγορα κατανοήσαμε ότι, όποια μέτρα και να έπαιρνε η Ελλάδα μόνη της, δεν θα ικανοποιούσαν τις αγορές. Και αυτό διότι έβλεπαν την Ελλάδα όχι ως μοναδικό φαινόμενο αλλά ως παράδειγμα για επερχόμενες κρίσεις σε άλλες χώρες.
Ζήτησα άμεσα να υπάρξει ο θεσμός του ευρωομόλογου. Ενός ευρωπαϊκού ταμείου, τράπεζας ή αρχής, απ’ όπου θα δανειζόταν η Ευρώπη συνολικά αντί να δανειζόμαστε χωριστά η κάθε χώρα. Κάτι τέτοιο θα μείωνε το επιτόκιο για κάθε χώρα και το ρίσκο για τον δανειστή. Τότε έμοιαζε ουτοπία. Σήμερα συζητείται σοβαρά.
Ζήτησα αντί της απόφασης για συμμετοχή των τραπεζών στην αντιμετώπιση του χρέους των χωρών τις οποίες δανείζουν, στην περίπτωση που αυτές χρεοκοπήσουν (απόφαση Deauville Μέρκελ/Σαρκοζύ), να καθιερωθεί ένας ένας φόρος επί των τραπεζικών συναλλαγών (φόρος Τόμπιν), που θα αποτελούσε ασφάλιστρο σε ένα ταμείο στήριξης, όπως αυτό που τώρα δημιουργήσαμε (EFSF και ESM). Τότε φαινόταν πρόταση ακραίου σοσιαλισμού, σήμερα έχει υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τεράστια πλειοψηφία, μετά από εισήγηση της ευρωβουλευτού του ΠΑΣΟΚ, Άννυς Ποδηματά και συζητείται σοβαρά πλέον στα εθνικά κοινοβούλια των χωρών μελών.

Στις προτάσεις αυτές προσθέτω την ανάγκη ισχυρότερης ενοποίησης της Ευρώπης.

Δεν νοείται κοινό νόμισμα χωρίς Τραπεζική Ένωση, που θα διαθέτει τρεις λειτουργίες: την εποπτεία της σωστής διαχείρισης των τραπεζών πανευρωπαϊκά, την εγγύηση για κάθε πολίτη – καταθέτη χώρας μέλους του Ευρώ και την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών που βρίσκονται σε δυσκολία (όχι από εθνικό αλλά από ευρωπαϊκό ταμείο).
Δημοσιονομική και οικονομική ένωση, που θα εγγυάται την σωστή εποπτεία των δημοσιονομικών κάθε χώρας -εάν υπήρχε δεν θα είχε φτάσει η Κυβέρνηση Καραμανλή το χρέος και το έλλειμμα εκεί που έφτασε- και την εναρμόνιση σε πανευρωπαϊκό πεδίο πολλών θεμάτων, μεταξύ των οποίων της φορολογίας, της συνταξιοδότησης, των εργασιακών σχέσεων.
Κοινωνική Ένωση, δηλαδή ανάληψη βασικών λειτουργιών κοινωνικής προστασίας από την ίδια την ΕΕ, ξεκινώντας από το μείζον πρόβλημα της ανεργίας.
Αυτή η νέα μεταφορά κυριαρχικών δικαιωμάτων στις Βρυξέλλες, αποτελεί και μια δημοκρατική πρόκληση. Προϋποθέτει την δημοκρατική εμβάθυνση της Ένωσης τώρα.

Ενδεικτικές προς την κατεύθυνση αυτή, είναι οι προτάσεις μας για τις οποίες έχουμε αγωνιστεί, όπως η εκλογή Προέδρου της Επιτροπής από τους πολίτες της ΕΕ, τα πανευρωπαϊκά δημοψηφίσματα, η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών από τους πολίτες, που ήδη προβλέπεται στην Συνθήκη της Λισαβώνας. Παράλληλα, θα πρέπει να διεκδικήσουμε και την κοινή άμυνα της Ευρώπης, θέμα το οποίο έχει θέσει η Ελλάδα εδώ και χρόνια.

Επειδή αυτές οι αλλαγές είναι κοσμογονικές και υπάρχουν πολλές αντιστάσεις -ιδιαίτερα ο εθνικισμός και ο ρατσισμός που εξαπλώνονται στην Ευρώπη αποτελούν βασικό εμπόδιο για την προώθησή τους- αυτό που θα διευκολύνει μια πιο ήπια αλλαγή, θα είναι η Ευρώπη να αγκαλιάσει ένα μεγάλο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αξιοποιώντας τα λεγόμενα project Eurobonds (ευρωομόλογα για μεγάλα έργα) και με την βοήθεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να επενδύσει στην Ευρώπη του αύριο δημιουργώντας δουλειές και ανταγωνιστική οικονομία.

Η στόχευση πρέπει να είναι οι μεγάλοι συγκοινωνιακοί άξονες, τα δίκτυα πράσινης ενέργειας, τα ευρυζωνικά δίκτυα πληροφορικής καθώς και η επένδυση στην πράσινη οικονομία μέσα από την καινοτομία και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού. Έτσι θα μπορούμε να ανταγωνιστούμε με όρους ποιότητας και όχι ανισότητας τις αναδυόμενες και δυναμικές οικονομίες του κόσμου.
Παρότι όλα αυτά φαίνονται μακρινά, το ΕΥΡΩ ως αρχιτεκτονική ή θα συμβάλλει στην περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης ή θα γίνει η αφορμή της διάλυσης της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτά τα διλλήματα οι σοσιαλιστικές και προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, έχουν ήδη αποδειχθεί πολύ πιο τολμηρές και ριζοσπαστικές.
Για αυτό και η δικιά μας ελληνική σοσιαλιστική φωνή είναι αυτές τις ώρες κρίσιμη.
Χρειάστηκε να παλέψουμε σε όλα τα μέτωπα, απέναντι σε έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, απέναντι σε ένα μέτωπο συντηρητικών κυβερνήσεων για τις οποίες η αξία της αλληλεγγύης δεν έχει την ίδια θέση που έχει για τις σοσιαλδημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις.
Βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την καχυποψία, συχνά τη διάθεση τιμωρίας και όχι συμπαράστασης, με συμπεριφορές απαξιωτικές έως και ρατσιστικές, με διαθέσεις επιθετικές που είχαν ως αφετηρία την αναξιοπιστία της χώρας μας.

Παρά τη χωρίς προηγούμενο στήριξη που τελικά πετύχαμε, αν ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη ήταν διαφορετικός, αν οι εταίροι μας είχαν εξαρχής καταλάβει ότι η κρίση αποτελούσε αμφισβήτηση του ίδιου του Ευρώ και όχι απλώς μια κρίση περιχαρακωμένη στα εθνικά σύνορα της Ελλάδας, αν είχαν αποδεχτεί τις προστάσεις μας (όπως την έκδοση Ευρωομολόγων, τον φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, τον φόρο στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα), θα μπορούσε η αντιμετώπιση του προβλήματος να είναι πιο άμεση, πιο γρήγορη, πιο αποτελεσματική και κυρίως κοινωνικά λιγότερo επώδυνη. Αλλά στο δύσκολο αυτό τοπίο, πετύχαμε το μείζον, να αποφύγουμε τη χρεοκοπία, να μείνουμε όρθιοι, έστω λαβωμένοι.

Γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι ο πολίτης που ζει μια μεγάλη καθημερινή δοκιμασία να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της τραγωδίας που αποφεύχθηκε, το πόσο χειρότερα θα ήταν τα πράγματα για τον ίδιο αν δεν είχαμε πετύχει αυτού του μεγέθους διεθνή στήριξη.

Και είναι λογικό να υπάρχει σύγχυση, ειδικά από τη στιγμή που πολιτικές δυνάμεις δημαγωγούν συστηματικά, προσπαθώντας να πείσουν ότι αυτά που ζούμε τώρα είναι τα ίδια ή και χειρότερα από μια πραγματική χρεοκοπία της χώρας. Τεράστιο και ασυγχώρητο ψεύδος.

Ναι, είναι αλήθεια ότι τα χωρίς παγκόσμιο προηγούμενο πακέτα διάσωσης για τη χώρα μας, τα δάνεια ύψους 240 δις ευρώ και η διαγραφή πάνω από 100 δις ευρώ από το χρέος μας, δεν κάνουν ξαφνικά την καθημερινότητα του Έλληνα εύκολη. Αλλά η αλήθεια είναι επίσης ότι χωρίς αυτά, η καθημερινή ζωή της μέσης οικογένειας θα ήταν τρισχειρότερη, πραγματικός όλεθρος. Αν σήμερα υποφέρουμε από την πρωτοφανή αύξηση της ύφεσης και της ανεργίας, χωρίς τα δανεικά που εξασφαλίσαμε, η ύφεση και η ανεργία θα ήταν ασύγκριτα χειρότερες και βίαιες. Όποιος αποκρύπτει αυτή την αλήθεια προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες στη χώρα.

Όχι, το μνημόνιο δεν ήταν και δεν είναι πανάκεια.

Ήταν μια σωτήρια λύση ανάγκης ένα βήμα πριν το γκρεμό.

Το μνημόνιο είναι οι δεσμεύσεις της χώρας έναντι των εταίρων μας για τη χρηματοδότηση που μας παρέχουν.

Είναι οι πολλές αλλαγές που είτε θα έπρεπε ούτως ή άλλως να έχουμε ήδη κάνει μόνοι μας γιατί αυτό είναι το συμφέρον μας, είτε επώδυνες αλλαγές που πρέπει να αναγκαστικά να κάνουμε γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Είναι και η δέσμευσή μας να καταβάλλουμε μια πολύ δύσκολη προσπάθεια να μειώσουμε σταδιακά το πρωτογενές έλλειμμα της χώρας από τα 24 δισ. ευρώ που άφησε πίσω της η ΝΔ το 2009.

Με τη συμφωνία των εταίρων, να μας δανείζουν εκείνοι για το έλλειμμά μας μέχρι να καταφέρουμε να το μηδενίσουμε.

Γιατί η μόνη εναλλακτική επιλογή, δηλαδή χωρίς μνημόνιο και τις δανειακές συμβάσεις που πετύχαμε, θα ήταν πολύ απλά να μηδενίσουμε το έλλειμμα από τη μία στιγμή στην άλλη. Να κοπούν και τα 24 δισ. του πρωτογενούς ελλείμματος με τη μία.

Με αποτέλεσμα, την απόλυτη κοινωνική καταστροφή που θα επακολουθούσε, πολλαπλάσια ύφεση και ανεργία.

Θα μπορούσε το μνημόνιο να είναι καλύτερο; Ασφαλώς.

Αν υπήρχε άλλος συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη.

Και αν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας συνέδραμαν σε πνεύμα εθνικής συνεργασίας για να πετύχουμε ένα καλύτερο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα αλλά και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που η Βουλή ψήφισε για το καλό της χώρας, αντί να πετροβολούν εκ του ασφαλούς και από την εξέδρα των θεατών αυτούς που προσπαθούσαν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.

Εξάλλου, η Ευρώπη είναι ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Τα βήματα γίνονται. Αλλά κτίζονται με κόπο, αξιοπιστία και συνέπεια.

Και όπως έδειξε και η δική μας περίπτωση, συνεχείς ήταν οι αλλαγές στην αρχική συμφωνία μετά το Μάιο του 2010.

Την άνοιξη του 2011 πετύχαμε την επιμήκυνση και την μείωση του επιτοκίου του αρχικού δανείου.

Τον Ιούλιο του 2011, πετύχαμε την πρώτη συμφωνία για οργανωμένη και συναινετική μείωση του χρέους της χώρας.

Τον Οκτώβριο πετύχαμε σχεδόν το διπλασιασμό του ύψους της βοήθειας, ακόμα καλύτερους όρους και επιτόκια καθώς και τη διαγραφή ενός πολύ μεγάλου μέρους του χρέους μας.
Ιστορικές αποφάσεις για το τρίτο μέτωπο της μάχης, που αφορά την ίδια την Ελλάδα.

Με την υλοποίηση των αποφάσεων αυτών, ο δρόμος μας δεν έγινε ρόδινος, αλλά η πορεία μας προς την έξοδο από την κρίση έγινε πιο ασφαλής, πιο σίγουρη. Χρειάζεται ακόμα μεγάλη, δύσκολη προσπάθεια. Επειδή οι εξελίξεις στην Ευρώπη και την διεθνή οικονομία δεν είναι καθόλου προκαθορισμένες.

Για αυτό η πρώτη και μεγάλη μας μάχη είναι αυτή για την Ελλάδα. Με ενότητα, με παρησία, με αίσθημα ευθύνης και ειλικρίνειας. Χρειάζεται τόλμη και μεγάλες αλλαγές για να απαλλαγούμε από τα φαινόμενα που μας έκαναν να είμαστε ο ασθενής κρίκος της αλυσίδας του Ευρώ.

Να σταθούμε στις δικές μας δυνάμεις. Με μεγαλύτερη αυτοδυναμία. Χωρίς εξαρτήσεις.

Αυτός είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για να προστατέψουμε τα κεκτημένα της προόδου μας τις προηγούμενες δεκαετίες, τη συμμετοχή μας στην κοινότητα των προηγμένων χωρών, τη συμμετοχή μας στην κοινότητα ενός από τα πιο ισχυρά νομίσματα του κόσμου.

Αυτό είναι το μέγεθος της εθνικής πρόκλησης που αντιμετωπίζουμε από την πρώτη στιγμή. Αξιοποιώντας την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα του λόγου μας έναντι των εταίρων μας, για να βελτιώνουμε βήμα-βήμα και με διαπραγμάτευση τις αρχικές συμφωνίες, ακριβώς όπως κάναμε μέχρι τώρα.

Αυτός δεν μπορεί παρά να είναι και ο στόχος της κυβέρνησης που πρέπει να προκύψει από τις επόμενες εκλογές: μια κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας, μια κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης, για τη συνέχιση πρωτίστως της προσπάθειας για τις μεγάλες αλλαγές που αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος, με παράλληλη προσπάθεια να βελτιωθούν για άλλη μια φορά οι όροι της συμφωνίας με τους εταίρους μας μέσα από διάλογο, αξιοποιώντας και τη μερική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη, μετά και την εκλογή Ολάντ – χωρίς να περιμένουμε σωτήρες ή θαύματα.

Αυτή είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ.

Είναι η μόνη πατριωτική, προοδευτική, ρεαλιστική, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρή πρόταση.

Δυστυχώς όμως, από την έναρξη της εκδήλωσης αυτής της κρίσης, οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας απέτυχαν να σταθούν στο ύψος αυτής της μοναδικής ιστορικής πρόκλησης αλλά και εθνικής ευθύνης που αναλογεί σε μια τέτοια πρωτοφανή περίσταση.

Το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε τις δικές του ευθύνες, αλλά και τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος συνολικά, αναγνωρίζοντας έμπρακτα και όχι στα λόγια, τα λάθη του παρελθόντος.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, σχεδόν στο σύνολό τους, συνέχισαν να πολιτεύονται με όλες τις παθογένειες που μας έφεραν στην κρίση και πληρώσαμε πανάκριβα.

Είναι η ώρα να κοιτάξουμε μπροστά, αλλά οι ευθύνες και των άλλων πολιτικών δυνάμεων κρίνονται στις εκλογές αυτές.

Οι ευθύνες του κ. Σαμαρά είναι τεράστιες, ιστορικών διαστάσεων.

Αρνήθηκε και αρνείται μέχρι και σήμερα την αναγνώριση και ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης αναλογεί στη ΝΔ, για το ότι φτάσαμε στην κρίση.

Ετέθη ο ίδιος επικεφαλής του λεγόμενου «αντιμνημονιακού μετώπου», μιας ετερόκλητης και καιροσκοπικής συμμαχίας πολιτικών δυνάμεων που προσπάθησαν να πείσουν ότι το μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι η κρίση το μνημόνιο.

Λειτούργησε σε μια άτυπη συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ και με σχεδόν πλήρη ταύτιση απόψεων και επιχειρηματολογίας στα περισσότερα θέματα, εκτρέφοντας το τέρας του διχασμού, της συνωμοσιολογίας και της δημαγωγίας, που τελικά έπληξε καίρια τον ίδιο και την παράταξή του, όταν η ιστορία τον υποχρέωσε εξ ανάγκης στα τέλη του 2011 να κάνει στροφή 180 μοιρών και να στηρίξει τα όσα κατήγγειλε μέχρι τότε. Αυτό ήταν το τίμημα της δημαγωγίας του.

Εξάλλου, ο κ. Σαμαράς ευθύνεται και για τη διενέργεια των εκλογών αυτή την τελείως άκαιρη χρονική στιγμή, με σχεδόν μηδενική ρευστότητα στην οικονομία και με ένα τραπεζικό σύστημα μετέωρο πριν καν ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίησή του, πριν καν εισπράξουμε τη δόση που θα επέτρεπε στο κράτος να αποπληρώσει τις υπέρογκες συσσωρευμένες υποχρεώσεις του, δίνοντας το φιλί της ζωής σε χιλιάδες επιχειρήσεις που παραπαίουν.

Τα φαινόμενα που ζούμε τώρα, όπως η τραγική έλλειψη φαρμάκων και η ενεργειακή κρίση, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της βιασύνης και απρονοησίας να κάνουμε εκλογές χωρίς να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της οικονομίας μας. Είναι φαινόμενα ενδεικτικά και των μεγάλων κινδύνων που ελλοχεύουν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί παρά άλλη μια καμουφλαρισμένη εκδοχή των νοσηρών φαινομένων καιροσκοπισμού και δημαγωγίας που ζήσαμε κατά κόρον τα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά θέλει τα λεφτά του μνημονίου, γιατί γνωρίζει ότι χωρίς αυτά η χώρα μας κινδυνεύει.

Δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά θέλει τη μείωση του χρέους του μνημονίου -και μάλιστα μεγαλύτερη.

Διατείνεται ότι μπορούμε να «εκβιάσουμε» τους εταίρους μας διότι είμαστε πια κοντά σε πρωτογενές πλεόνασμα και δεν έχουμε πια τόσο μεγάλη ανάγκη τα χρήματά τους.

Μόνο που είμαστε πια κοντά σε πρωτογενές πλεόνασμα χάρη στην πολιτική που ασκήθηκε μέχρι τώρα την οποία καταγγέλει και θέλει να ακυρώσει.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου σοβαρό. Είναι άραγε φορέας αλλαγής μια δύναμη που εναντιώθηκε και εναντιώνεται σε κάθε προσπάθεια διαρθρωτικής αλλαγής, μεταρρύθμισης του κράτους, των θεσμών και της οικονομίας προκειμένου να γίνουμε κοινωνία ευνομίας και να αποκτήσουμε αυτοδύναμη παραγωγική οικονομία; Παντού ακραία άρνηση -ακόμα και με την υπόθαλψη βίαιων συμπεριφορών- και λυσσαλέα υπεράσπιση της στασιμότητας και της υφιστάμενης κατάστασης.

Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι πράξη καταδίκης των στρεβλών φαινομένων που χαρακτήρισαν την μεταπολιτευτική περίοδο. Το αντίθετο.

Μόνο τα πρόσωπα αλλάζουν, οι αντιλήψεις είναι κατά βάθος οι ίδιες.

Κατανοώ πλήρως τον πόνο αλλά και την οργή των πολιτών. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να νιώθουν θυμό οι πολίτες που πλήρωναν κανονικά του φόρους τους, που σεβόντουσαν τους νόμους και τους κανόνες, που δεν συμμετείχαν στις αδιαφανείς συναλλαγές των διαφόρων συντεχνιών με το κράτος.

Θα ήθελα να είχαμε το χρόνο που χρειάζεται, και χρειάζεται τουλάχιστον μία τετραετία, για να διορθώσουμε αυτά που εξοργίζουν τους νομοταγείς πολίτες εδώ και δεκαετίες με βαθύτατες αλλαγές που ξεκινήσαμε. Δεν τον είχαμε.

Την ίδια ώρα έπρεπε να αποφασίσουμε άμεσα πώς θα αποφύγουμε την κατάρρευση της χώρας.

Αδικήσαμε πολύ κόσμο, αλλά την αποφύγαμε. Αναγκαστήκαμε να δώσουμε μάχες με πυρομαχικά που είχαμε και αντλούσαμε από ένα σύστημα άδικο. Αλλά αποφύγαμε την κατάρρευση. Και τώρα μπορούμε να συνεχίσουμε τις αλλαγές και να κατακτήσουμε μια κοινωνία δικαιοσύνης και προστασίας του αδυνάμου. Να αντιμετωπίσουμε τις αδικίες.

Αν είχαμε καταρρεύσει, δεν θα μπορούσαμε να διορθώσουμε τίποτα. Αν καταρρεύσουμε δεν θα μπορέσουμε να διορθώσουμε τίποτα.

Είναι φυσιολογικό και υγιές σήμερα οι νομοταγείς πολίτες να θέλουν να καταδικάσουν τα στρεβλά φαινόμενα της Μεταπολίτευσης, να έχουν διάθεση τιμωρίας.

Αλλά θέλω να τους πω με κάθε ειλικρίνεια ότι, πρέπει να σταθμίσουν με μεγάλη προσοχή τις επιλογές τους αν θέλουν αυτό που θα ψηφίσουν να αποτελεί πραγματική καταδίκη του στρεβλών φαινομένων του παρελθόντος και όχι μια κατ’ επίφαση καταδίκη που πίσω της κρύβει την προσπάθεια διαιώνισης των παθογενειών αυτών.

Γιατί τότε, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να νομίζουν καλοπροαίρετα ότι τιμωρούν κάποιους και στην πραγματικότητα να τιμωρούν τον ίδιο τους τον εαυτό, την προοπτική της χώρας και των παιδιών τους.

Ναι, παρά τα συναισθήματα των στιγμών αυτών, η αλήθεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ –η παράταξη που όσο καμία άλλη έφερε πρόοδο και μεγάλες αλλαγές στη χώρα αλλά και που βαρύνεται και αυτή με τα λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος- είναι η πολιτική δύναμη που όσο καμία άλλη εγγυάται την υπέρβαση των σφαλμάτων που κάναμε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Το ΠΑΣΟΚ έδειξε έμπρακτα ότι αντιλαμβάνεται τα λάθη που έκανε το ίδιο και κάναμε ως χώρα και παλεύει σήμερα για τις μεγάλες αλλαγές.

Το ΠΑΣΟΚ σπάζοντας την παράδοση ανευθυνότητας του πολιτικού συστήματος, δεν δίστασε να αναλάβει τις πατριωτικές ευθύνες του σε μια δύσκολη στιγμή για τη χώρα, βάζοντας το εθνικό συμφέρον πάνω από το μικροκομματικό και το ατομικό συμφέρον των στελεχών του.

Το ΠΑΣΟΚ έδειξε ότι είναι δύναμη ευθύνης και αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής του ίδιου του εαυτού του.

Το ΠΑΣΟΚ είναι η μόνη δύναμη που προτείνει μια φιλόδοξη και ρεαλιστική πολιτική ατζέντα στις εκλογές αυτές, με την αξιοποίηση των συμμαχιών που μπορεί καλύτερα από κάθε άλλη δύναμη να ενεργοποιήσει σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Το ΠΑΣΟΚ είναι η δύναμη της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Κεντροαριστεράς στη χώρα μας, δηλαδή ό,τι καλύτερο διαθέτει η Ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση και έχει συμβάλλει στην πρόοδο, στα δικαιώματα, στην αρμονική συνύπαρξη και στην ευημερία των λαών της Ευρώπης.

Και για το λόγο αυτό, όσα προβλήματα και αν αντιμετωπίζει σήμερα η παράταξή μας, καθώς ανέλαβε δυσανάλογο βάρος σε μια δραματική στιγμή για τη χώρα, κόντρα στη δημαγωγική στάση των άλλων δυνάμεων, είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει ζωντανή και θα αναγεννηθεί. Θα κάνουμε όλοι το παν για αυτό.

Φίλες και φίλοι,

Η έξοδος από την κρίση και η αλλαγή της χώρας είναι πλέον δύο έννοιες αλληλένδετες. Η χώρα μας δεν πρόκειται να βγει οριστικά και αμετάκλητα από την κρίση, αν δεν αλλάξει ριζικά.

Το δίλημμα με το οποίο εξακολουθούμε να βρισκόμαστε όλοι οι Έλληνες αντιμέτωποι, είναι αν θα συνεχίσουμε στο δύσκολο δρόμο της αλλαγής, που ξεκινήσαμε πριν 2,5 περίπου χρόνια ή αν θα εγκαταλείψουμε τη χώρα στην καταστροφή.

Θα ακολουθήσουμε πολιτικές προόδου ή πολιτικές οπισθοδρόμησης; Πολιτικές που μας οδήγησαν στην κρίση μέχρι το 2009 ή πολιτικές που μας βγάζουν από την κρίση και ξεκινήσαμε την τελευταία διετία;

Η δική μας απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη: Πρέπει να συνεχίσουμε για τη μεγάλη ανατροπή, την απαλλαγή από τα κακώς κείμενα που μας οδήγησαν μέχρι εδώ, την πραγματική αλλαγή.

Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τη ρίζα των προβλημάτων και όχι μόνο τα συμπτώματα.

Και μπορούμε πολύ καλύτερα να τα αντιμετωπίσουμε αξιοποιώντας το πλαίσιο του μνημονίου και του Ευρώ παρά χωρίς την βοήθεια ή την προστασία του Ευρώ.

Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας, η αριστεροδεξιά συντήρηση, δεν θέλει να καταλάβει όσα έγιναν, δεν θέλει ή και δεν αντιλαμβάνεται καν τι πρέπει να αλλάξει στη χώρα.

Ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι δεν γίνεται να υπάρξει επιστροφή στο κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης και στο πελατειακό κράτος. Κάτι τέτοιο θα μας κρατούσε εξαρτημένους για πάντα.

Οσοι αυτό οραματίζονται, επιδιώκουν τη διατήρηση του παρασιτισμού για το δικό τους συμφέρον, ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και πρέπει να πάρουν ηχηρή απάντηση.

Δυστυχώς για τις προοδευτικές φωνές στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, οι επικεφαλής των κομμάτων τους είναι οι δύο όψεις του ίδιου, συντηρητικού, νομίσματος. Θεωρούν ότι το πρόβλημα της χώρας δεν ήταν η κατάντια του 2009 αλλά το Μνημόνιο του 2010.

Η αλήθεια είναι μία: Όσο ευνοϊκό κι αν γίνει το ευρωπαϊκό περιβάλλον με το σπάσιμο της συντηρητικής επικυριαρχίας, όσες βελτιώσεις κι αν πετύχουμε με σκληρή διαπραγμάτευση στη διανειακή σύμβαση, τίποτα δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από το εθνικό μας καθήκον να αλλάξουμε ριζικά την πατρίδα μας.

Σε αντίθεση με την αριστεροδεξιά συντήρηση, η προοδευτική παράταξη, εκφράζει όλους εκείνους που έχουν αντιληφθεί ότι μπορεί η Ελλάδα να κρατήθηκε όρθια, αλλά ο κίνδυνος δεν θα περάσει αν δεν αλλάξουμε ριζικά την Ελλάδα.

Η προοδευτική παράταξη παραμένει ο εκφραστής ενός κοινωνικού μετώπου αλλαγής. Βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε αντίληψη και πρακτική που κρατάει την Ελλάδα πίσω.

Γιατί γνωρίζουμε ότι κανένα θετικό αποτέλεσμα δεν θα έχει μόνιμο χαρακτήρα χωρίς τολμηρές θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Χωρίς αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Ναι, η μάχη της προόδου με την συντήρηση στη χώρα μας πρόκειται να κορυφωθεί.

Ανεξάρτητα από το πώς θα μπορέσουμε να επιφέρουμε βελτιώσεις στο περιεχόμενο του Μνημονίου, πιστεύω ακράδαντα ότι η πορεία της χώρας προς την αναγέννηση ή την καταστροφή, θα κριθεί από τη σύγκρουση των δυνάμεων της προόδου και των κατεστημένων δυνάμεων της συντήρησης.

Φίλες και φίλοι,

Τίποτα δεν στερεί τη θέληση και τη λογική από το μυαλό του ανθρώπου, όσο ο φόβος. Γιατί ο φόβος που γεννά την ανασφάλεια, φέρνει την απογοήτευση, φέρνει την παραίτηση και, τελικά, την απάθεια της κοινωνίας και την οριστική, συλλογική κατάρρευση.

Επί δύο χρόνια, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πολιτεύτηκε απέναντι σε μυριάδες κήρυκες της καταστροφής, της ήττας και της παραίτησης. Εκείνους που έλεγαν μέσα και έξω από τη χώρα, ότι δεν υπάρχει ελπίδα.

Ελπίδα υπάρχει και είναι οι δυνατότητες αυτού του τόπου. Πρέπει να σπάσουμε την κατήφεια πιστεύοντας στις δικές μας δυνάμεις και όχι σε νέους σωτήρες.

Να πιστέψουμε στον δικό μας πλούτο που είναι οι άνθρωποι του τόπου μας, είναι ο φυσικός του πλούτος, η ιστορική κληρονομιά αιώνων που αποτυπώνεται σε κάθε σπιθαμή ελληνικής γης.

Όπως διαψεύσαμε, κάθε μέρα επί δύο χρόνια, όλους εκείνους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που καταστροφολογούσαν εις βάρος της πατρίδας μας, έτσι μπορούμε να οικοδομήσουμε και την νέα Ελλάδα της Δημιουργίας, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην κρίση.

Το ΠΑΣΟΚ, η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, μπορεί να εγγυηθεί αυτήν την πορεία.

Καλό μας αγώνα.»

Read Full Post »

1. Αυτή την ώρα συντελείται ένα εθνικό έγκλημα. Είναι δεδομένο ότι η οικονομία έχει ουσιαστικά παραλύσει, ότι επαπειλείται άμεσα στάση πληρωμών, ότι η εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι εκτός στόχων, λόγω της ύφεσης που υπερβαίνει κάθε πρόβλεψη και όχι μόνον, ότι κινδυνεύουμε να βρεθούμε οριστικά στο ευρωπαϊκό περιθώριο, ακόμα και εκτός ευρωζώνης.
Το γνωρίζουν όλοι ότι η χώρα βρίσκεται και πάλι στο χείλος της αβύσσου. Κοινός παρονομαστής για τα παραπάνω είναι η αναβίωση της πιθανότητας χρεοκοπίας και επιστροφής στη δραχμή.

2. Η πολιτική κρίση και η αστάθεια επανέφεραν το φόβο και την ανησυχία που είχαμε καταφέρει μέχρι πριν τρεις μήνες σχεδόν να ξεχαστούν. Αυτός ο φόβος είναι που έχει διαλύσει την ελληνική οικονομία ,αυτός είναι η βασική αιτία της ύφεσης και της ανεργίας . Αυτός ο φόβος είναι η πιο αντιλαϊκή , ανάλγητη και καταστροφική πολιτική . Αυτός είναι που σε τελική ανάλυση κλείνει επιχειρήσεις, αποσύρει καταθέσεις, διώχνει επενδυτές, κρατεί στο σπίτι τους καταναλωτές, στέλνει χιλιάδες στην ανεργία και μειώνει εισοδήματα . Τα προηγούμενα χρόνια αυτός ο φόβος εγκαταστάθηκε στη χώρα εξαιτίας αυτών που στους τομείς ευθύνης τους, για να αποφύγουν το πολιτικό κόστος, δεν προχώρησαν τις αυτονόητες διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτός ο φόβος επανήλθε δριμύτερος εξαιτίας των εμπρηστών της κυβέρνησης Καραμανλή που κατέκαψαν τη χώρα αλλά και εκείνων που οδήγησαν τη χώρα στην πολιτική κρίση και άνοιξαν ξανά τη συζήτηση, όχι για τα επιμέρους, αλλά για την κεντρική κατεύθυνση της χώρας και τις στρατηγικές της επιλογές.
Και όμως. Τίποτα δεν φαίνεται αρκετό να ανακόψει αυτήν την μοιραία πορεία.
Η Ελλάδα ζει μια προεκλογική αντιπαράθεση διαμετρικά αντίθετη με αυτά τα αυταπόδεικτα, τα καταφανή γεγονότα που συνθέτουν το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας.
Ποτέ δεν ήταν πιο μακριά ο δημόσιος διάλογος από τις ανάγκες της χώρας – και μάλιστα για πρώτη φορά χωρίς καμία μα καμία δικαιολογία – για μη γνώση όλων των δεδομένων.

3. Από τη μια, η απύθμενη επιπολαιότητα και ο άφρων τυχοδιωκτισμός του κυρίου Σαμαρά έσυρε τη χώρα σε εκλογές, σε αποτελμάτωση και διχασμό.
Την ώρα που στοιχειώδης αίσθηση εθνικού καθήκοντος επέβαλλε την συστράτευση όλων σε μια κυβέρνηση με χρονικό ορίζοντα επαρκή να αποφύγουμε τα χειρότερα.
Από την άλλη, η παιδαριώδης ελαφρότητα του ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει τη χειρότερη εκδοχή ανορθολογικής δημαγωγίας και επιθετικού λαϊκισμού, που χρειάστηκαν αγώνες χρόνων για να ξεπεράσει και να αποβάλει το ΠΑΣΟK.

4. Και σήμερα οι εμπρηστές του 2009, αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία, και οι πυρομανείς του 2012 εμφανίζονται ότι διαφωνούν, ενώ στην ουσία έχουν από κοινού σαλπίσει την άτακτη υποχώρηση της χώρας:

  • πίσω στις πρακτικές του 2009,
  • πίσω στις ανεύθυνες εξαγγελίες, στις ηρωικές καταγγελίες που οδηγούν σε εθνικές τραγωδίες,
  • πίσω στα οικονομικά των ελλειμμάτων, της υπερχρέωσης, των διορισμών.
  • πίσω στις προσλήψεις των καλαματιανών κλητήρων και στις συνταξιοδοτήσεις σαραντάρηδων.
  • πίσω στην πολιτική που μοιράζει λεφτά που δεν είναι δικά μας, λεφτά που δεν έχουμε πια.
    Και μαζί:

  • Στη δαιμονοποίηση του ορθού λόγου.
  • Στη βίαιη ενοχοποίηση της κοινής λογικής.
  • Στην απαξίωση κάθε προσπάθειας διαρθρωτικών αλλαγών, νοικοκυρέματος και μεταρρυθμίσεων.
  • Στην υπονόμευση της ευρωπαϊκής ταυτότητας της χώρας.

Δεν είναι βεβαία καθόλου τυχαίο – ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους- ότι το κονκλάβιο της δραχμής που ετοιμάζεται για τη λεηλασία της χώρας αν βγει από το ευρώ, στήριξε διαδοχικά και τους δυο, Σαμαρά και ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα απροκάλυπτα.

5. Εγκλωβίστηκε έτσι η χώρα σε ένα πολιτικό σπιράλ θανάτου που οδήγησε στο οδυνηρό σπιράλ κατάρρευσης της οικονομίας.
Μόλις είχαμε κατορθώσει να βγούμε από τον ακραίο κίνδυνο, ό,τι θετικό είχαμε εξασφαλίσει, αναλώθηκε. Η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου για το PSI και τη νέα δανειακή σύμβαση, που είναι αδιαμφισβήτητο ότι ιστορικά θα πιστωθούν στην πρωθυπουργία Γιώργου Παπανδρέου, κινδυνεύει να μην έχει πια καμία σημασία. Ήδη, μέρα με την ημέρα, οργανώνεται διεθνώς η επιχειρηματολογία για τα οφέλη που θα είχε για την ευρωζώνη η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. Τα χειρότερα δεν έχουν έρθει.

6. Βρισκόμαστε πλέον ενώπιον εθνικής τραγωδίας. Τίποτα λιγότερο.
Και με αυτήν την αλήθεια στο νου πρέπει να πάρουμε τις αποφάσεις μας.
Κυρίαρχη αντίθεση και δίλημμα σήμερα στη χώρα είναι αν θα πάρουμε με τον ένα ή άλλο τρόπο το δρόμο του παρελθόντος ή το δρόμο που οδηγεί στο μέλλον.
Αν θα επιλέξουμε το δρόμο που ακλουθούσαμε έως το 2009, που χρεοκόπησε την Ελλάδα και διέλυσε οικονομία, κοινωνία και πολιτικό σύστημα. Αυτά δηλαδή στα όποια κλείνει συνωμοτικά το μάτι ο κος Σαμαράς και εξαγγέλλει ανενδοίαστα ο ΣΥΡΙΖΑ, ποντάροντας σε μια ανέντιμη πολιτική αρπαχτή.
Ή αν θα επιμείνουμε στη δύσκολη απόφαση να αλλάξουμε την Ελλάδα, να εφαρμόσουμε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, και πάνω από όλα και πρώτα από όλα μια ριζοσπαστική επαναθεμελίωση του πολιτικού συστήματος ,την μητέρα των μεταρρυθμίσεων. Απόφαση που όποτε λησμονήσαμε η φοβηθήκαμε, το πληρώσαμε. Απόφαση να απαλλαγούμε από τις πρακτικές της άθλιας πελατειακής συναλλαγής που μοιράζει ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.
Να απαλλαγούμε από την νοοτροπία που θρέφει εκβιαστικές, μικρές και μεγάλες ολιγαρχίες συντεχνιών και ιδιωτικών συμφερόντων σε βάρος των πιο αδυνάτων. Συχνά μάλιστα στο όνομα τους!

Γιατί κάναμε τέτοιες μεταρρυθμίσεις. Αλλά όταν κάναμε τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αυτές που καμία σχέση δεν είχαν με το μνημόνιο, όπως για την Αξιοκρατία με το ΑΣΕΠ ή τη Διαφάνεια –με τη Δι@ύγεια, ή μεγάλες διαθρωτικές δομικές αλλαγές με τον Καλλικράτη, ή όπως το άνοιγμα των επαγγελμάτων, είχαμε φανατικά και καθόλου τυχαία απέναντι τόσο τον κ. Σαμαρά, όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ.

7. Αντίπαλος σε αυτόν τον μόνο πραγματικά φιλολαϊκό δρόμο είναι οι πρωταγωνιστές της σκοτεινής πλευράς της μεταπολίτευσης. Πολιτικό προσωπικό δεσμευμένο στο ένοχο παρελθόν και κάθε είδους ηγεσίες που αναδείχθηκαν στο οικοσύστημα της αδιαφάνειας και της πελατειακής συναλλαγής και γνωρίζουν ότι μόνο εκεί θα επιβιώσουν. Φανατικοί εκφραστές τους, ο κος Σαμαράς, αυθεντικό παραδοσιακό προϊόν και παραδειγματικός εκπρόσωπος αυτής της λογικής.
Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ που οικοδομεί προσδοκίες που εν γνώσει του είναι αδύνατο να τις ικανοποιήσει. Που εξόπλισε με την οργή της κοινωνίας, όχι το «λαϊκό κίνημα», αλλά το ιδιοτελές αίτημα της επαναφοράς στην Ελλάδα της τζάμπα καλοπέρασης, της θρασείας αναξιοκρατίας και της ακραίας ανευθυνότητας.

8. Και βεβαία δεν μπορεί να περνά απαρατήρητη η περισσή αμετροέπεια πάνω στα ερείπια της χώρας. Με το 84% της κοινωνίας εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ η το 82% εναντίον του ο κ. Σαμαράς, είδαμε και ανεχτήκαμε ένα ρεσιτάλ μικροκομματικής ιδιοτέλειας δήθεν νικητών, που οδήγησε στην ακυβερνησία.

9. Eθνική και επείγουσα προτεραιότητα τώρα για τη χώρα είναι να ξεφύγουμε, με κάθε κόστος, από το σπιράλ θανάτου της πολιτικής αστάθειας και του ολέθριου φόβου της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ. Όσο ενδημεί ο φόβος αυτός δεν υπάρχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης, καμιά αναπτυξιακή προοπτική, καμιά δυνατότητα εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών. Και μεγαλώνει ο κίνδυνος απώλειας του έλεγχου, κοινωνικής έκρηξης, και τελικά εθνικής κατάρρευσης.

10. Αυτή οφείλει να είναι η πρώτη καταστατική εθνική πολιτική απόφαση: η Ελλάδα δεν χρεοκοπεί και παραμένει στο ευρώ. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όποια απόφαση και θυσία απαιτεί. Οτιδήποτε άλλο ισοδυναμεί με όλεθρο, ιδίως των αδυνάτων.
Και η δεύτερη, εξίσου κρίσιμη και αποφασιστική δέσμευση μας: η
Ελλάδα των δυο τρίτων που έχει τις δυνάμεις ή, έστω, ακόμα αντέχει, πρέπει να πάρει στην πλάτη της την ανόρθωση της χώρας και την διάσωση του ενός τρίτου που πια δεν μπορεί και ζει σε απόγνωση και αγωνιά.

Επί δύο χρόνια κρατήσαμε με νύχια και με δόντια τη χώρα στο Ευρώ. Όποιος Έλληνας πολιτικός, με πράξεις ή παραλείψεις, εγκαταλείψει την προσπάθεια και οδηγήσει την Ελλάδα εκτός ευρώ θα έχει να λογοδοτήσει και στην ιστορία και στην κοινωνία.

Αυτό που σήμερα προέχει, το υπέρτερο ζήτημα είναι η πορεία του τόπου. Μετά τις εκλογές θα έρθει η ώρα να συζητήσουμε για την επαναθεμελίωση της δημοκρατικής παράταξης μέσα από τη ριζική της ανανέωση και την ουσιαστική αλλαγή υποδείγματος από την κορυφή μέχρι τη βάση. Νηφάλια και ψύχραιμα πολλά ερωτήματα θα απαντηθούν, ξεκινώντας από το ερώτημα- αφετηρία: Πώς και γιατί το ΠΑΣΟΚ που αναγκάστηκε να υιοθετήσει άκρως αντιδημοφιλή μέτρα το Μάιο του 2010 κατάφερε να πετύχει μια καθολική νίκη στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, πώς και γιατί το ΠΑΣΟΚ παρέμενε σύμφωνα με όλες τις έρευνες κοινής γνώμης κυρίαρχη πολιτική δύναμη μέχρι τον Ιούλιο του 2011;

ΠΗΓΗ: www.ragkousis.gr

Read Full Post »

Mια απολαυστική γκρίζα διαφήμιση κατά του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε στη δημοσιότητα η Νέα Δημοκρατία η οποία περιγράφει αρκετά εύστοχα του που μπορεί να μας οδηγήσει ο ψευτοτσαμπουκάς του Aλέξη Τσίπρα.

Read Full Post »

Η αλήθεια και ο κίνδυνος (Κείμενο 11 Οικονομολόγων)

Η εξέλιξη της ελληνικής κρίσης την τελευταία διετία και τα πρόσφατα πολιτικά δρώμενα έχουν προκαλέσει στους Έλληνες αισθήματα μεγάλης αβεβαιότητας, σύγχυσης και φόβου. Τα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα έχουν χάσει την επιρροή τους τόσο γιατί αναγνωρίζεται ότι οι πολιτικές που εφάρμοσαν διαχρονικά οδήγησαν στην κρίση όσο και γιατί κατά τον χειρισμό της κρίσης δεν έδειξαν ειλικρίνεια και αποτελεσματικότητα. Στις πρόσφατες εκλογές οι πολίτες στράφηκαν σε μεγάλο βαθμό προς φωνές που είναι λαϊκίστικες, εθνικιστικές, ακόμη και αντικοινοβουλευτικές ή φασιστικές. Το έκαναν αυτό είτε ως αντίδραση στη δραματική μείωση των εισοδημάτων τους είτε γιατί, χωρίς άλλη πυξίδα για το μέλλον, αφήνονται να πιστέψουν ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία τη χώρα μας και θεωρεί πλέον πολύ πιθανό ότι αυτή θα χρεοκοπήσει άτακτα και θα αποχωρήσει από το ευρώ. Η κατάσταση είναι κρίσιμη: υπάρχει σοβαρός κίνδυνος λάθους που θα επιβαρύνει, με μη αναστρέψιμο τρόπο, τουλάχιστον τις δύο επόμενες γενιές. Παρουσιάζουμε παρακάτω αναλυτικά την οπτική μας για την κρίση και τις αναμενόμενες εξελίξεις και επιλογές.

Η κρίση είναι ελληνική ή ευρωπαϊκή;
Και τα δύο. Η αναξιόπιστη και ανεπαρκής λειτουργία των θεσμών και οι υπερβολικοί περιορισμοί που το κράτος θέτει στον ανταγωνισμό και την επιχειρηματικότητα οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε χαμηλή ανταγωνιστικότητα, υπερβολικό δημόσιο χρέος και υψηλό έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου. To δημόσιο επομένως σπαταλούσε χρήμα που δεν είχε, ενώ τα νοικοκυριά κατανάλωναν περισσότερο από ό,τι παρήγαγαν. Η κατανάλωση χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από δημόσιο χρέος, το οποίο συσσωρεύθηκε από το 1980 και μετά. Με την είσοδο στο ευρώ, αντί να γίνει εκμετάλλευση της ευνοϊκής συγκυρίας για βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγούσαν στην αύξηση των επενδύσεων, τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν σε αύξηση του εξωτερικού δανεισμού ενώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνέχιζε να μειώνεται. Συγχρόνως οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί εποπτείας αποδείχτηκαν απόλυτα ανεπαρκείς στο να περιορίσουν το πρόβλημα: ο υπερβολικός δανεισμός της Ελλάδας γινόταν εν γνώσει των ευρωπαίων εταίρων της, οι οίκοι αξιολόγησης εκτιμούσαν λανθασμένα ότι τα ελληνικά ομόλογα είχαν χαμηλό κίνδυνο, και οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν είχαν επαρκή κίνητρα από τις εποπτικές τους αρχές να στραφούν σε ομόλογα από χώρες με χαμηλότερο κίνδυνο.

Όταν εκδηλώθηκε η κρίση, το βάρος του συσσωρευμένου χρέους ήταν τέτοιο που μια οικονομία δεν μπορούσε να το χειρισθεί μόνη της ιδίως όταν αυτή ήταν ήδη μη ανταγωνιστική και με τραπεζικό σύστημα εκτεθειμένο σε επισφαλή δανεισμό. Αν και άλλες χώρες της Eυρωζώνης αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερβολικού δανεισμού, γεγονός που αντανακλά και τις ατελείς δομές της ένωσης, η Ελλάδα ήταν ο πλέον αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα. Το μέγεθος του προβλήματος μπορεί να γίνει κατανοητό με έναν απλό υπολογισμό. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού το 2009 ήταν 15.4% του Εθνικού Προϊόντος ή 36.3 δισεκατομμύρια ευρώ – αυτό σημαίνει ότι το δημόσιο ξόδεψε μόνο εκείνη τη χρονιά περίπου 12900 ευρώ που δεν είχε για κάθε ελληνική τετραμελή οικογένεια και αύξησε ισόποσα το χρέος.

Σχόλιο: H αμφισβήτηση αυτού ακριβώς του αναμφισβήτητου γεγονότος, ήταν η αρχή για την σημερινή κατάληξη.
«Οχι δεν ήταν τόσο το έλλειμμα, ήταν «μόνο» 12.5, ή ακόμη χαμηλότερο. Το πασοκ το φούσκωσε.» Ετσι άρχισε η μακριά αλυσίδα της αμφιβολίας για το μέγεθος της
κρίσης. Ετσι μπόρεσε να βρει γόνιμο έδαφος η δημαγωγική προπαγάνδα, οτι δήθεν υπάρχει μια άλλη λύση ευκολότερη, που θα μας βγάλει από την κρίση χωρίς να υποστούμε θυσίες. ΦΥΣΙΚΑ ΤΕΤΟΙΑ ΛΥΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Όσοι το έλεγαν και σήμερα το φωνάζουν κοροϊδεύουν και μας έβαλαν ήδη στο μονοπάτι της καταστροφής.

Γιατί κατά την εφαρμογή του μνημονίου η οικονομία βυθίστηκε σε τόσο βαθιά ύφεση;
Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας μετά από την είσοδο στην Ευρωζώνη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον εξωτερικό δανεισμό (ενώ προηγουμένως στηριζόταν σημαντικά σε κοινοτικές επιδοτήσεις). Από την στιγμή που οι αγορές σταμάτησαν να δανείζουν στην Ελλάδα, η ύφεση ήταν αναπόφευκτη. Το μνημόνιο ήταν μια συμφωνία για συνέχιση της δανειοδότησης της Ελλάδας από τους εταίρους, ώστε η μείωση του δημοσίου ελλείμματος και του ελλείμματος εμπορικού ισοζυγίου να γίνουν σταδιακά, και συγχρόνως να δοθεί χρόνος για απαραίτητες αλλαγές στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Χωρίς το μνημόνιο, η ύφεση θα ήταν βαθύτερη, με μεγαλύτερη λιτότητα και ανεργία. Για παράδειγμα, το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε από 10.4% το 2009 σε 5% το 2010, ενώ χωρίς χρηματοδότηση θα έπρεπε τουλάχιστον να μηδενιστεί, κάτι το οποίο θα συνεπάγονταν διπλάσια λιτότητα.

Αν και το μνημόνιο περιόρισε την ύφεση, αυτή ήταν βαθύτερη και κρατάει περισσότερο από ότι θα μπορούσε, κυρίως για δύο λόγους. Από την ελληνική πλευρά, δεν δημιουργήθηκε πολιτική συναίνεση ενώ υπήρξαν σημαντικά προβλήματα και καθυστερήσεις στην εφαρμογή των απαραίτητων ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων όπως η αναδιοργάνωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, ο καλύτερος έλεγχος των προμηθειών του δημοσίου και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές. Αυτό είχε ως συνέπεια να απαιτούνται περισσότερα μέτρα λιτότητας και να καθυστερεί η ανάκαμψη της οικονομίας. Το μνημόνιο επομένως έγινε αντιληπτό μόνο ως επιβολή λιτότητας από ξένους δανειστές—λανθασμένα, εφόσον περιλάμβανε και σημαντικά μέτρα για την βελτίωση των δομών της οικονομίας.

Σχόλιο: Οχι μόνο δεν υπήρξε πολιτική συναίνεση, αλλά αντίθετα έγινε κάθε δυνατή προσπάθεια να μπλοκαριστεί το πρόγραμμα, να μην πετύχουμε τους στόχους, ώστε να δειχθεί οτι το μνημόνιο φταίει. Η αντίδραση πότε οργανωμένη και πότε ανοργάνωτη, δεν έγινε πάντα από απλούς αγαναχτισμένους πολίτες, κάτι θεμιτό και αναμενόμενο, αλλά έγινε κυρίως οργανωμένα από κέντρα της «συμμορίας της δραχμής» που ακόμη λειτουργούν εις βάρος της χώρας μας, έχοντας μάλιστα ως όργανα απλούς πολίτες, τελείως αδαείς και έξω από κάθε συνομοτικά συφέροντα.

Χθες έβλεπα μια πολιτική διαφήμιση στο ΜΕΓΑ που διήρκεσε το ελάχιστο 10 ολόκληρα λεπτά (μπορεί παραπάνω). Αν δεχθούμε οτι αυτά τα μεγάλα σποτ ειδικά σε ιδιωτικούς σταθμούς είναι ΠΑΝΑΚΡΙΒΑ, ίσως σκεφτεί κανείς οτι κάποιο μεγάλο κόμμα τα πληρώνει είτε με δάνειο είτε από την επιχορήγηση που του δίνει το κοινοβούλιο, τα λεφτά μας δηλαδή.. ΟΜΩΣ! Η πολιτική διαφήμιση ηταν από το νεόκοπο κόμμα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» και εξηγούσε στον πολίτη πόσες φορές έκλεισε τα διόδια, πόσες φορές σφράγισε τα ακυρωτικά των εισητηρίων του μετρό και πάρα πολλές λεπτομέρειες για την δράση τους.
ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΚΡΙΒΗ ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ;
Μην μου πείτε οι απλοί πολίτες που κρατούσαν τις σημαίες του κόμματος!

Από την πλευρά των εταίρων, δεν υπήρξε έγκαιρη κατανόηση των βαθύτερων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας καθώς και των συστημικών πτυχών της κρίσης στην ευρωζώνη. Οι εταίροι έπρεπε να δώσουν σχετικά μεγαλύτερο βάρος στην εφαρμογή των ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων (όπως και τον απαραίτητο χρόνο για να αποδώσουν αυτές) παρά στα μέτρα λιτότητας. Επίσης έπρεπε να υποστηριχθούν πιο αποτελεσματικά οι ελληνικές τράπεζες, καθώς ένας βασικός λόγος που η ύφεση είναι τόσο βαθιά είναι ότι αυτές δεν έχουν ρευστότητα για να υποστηρίξουν την πραγματική οικονομία. Τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, και η σύνδεσή τους με τα προβλήματα δημοσίου χρέους, είναι μια συστημική πλευρά της κρίσης που αφορά όχι μόνο την Ελλάδα αλλά όλη την ευρωζώνη. Η αντιμετώπιση της κρίσης σε επίπεδο ευρωζώνης θα έπρεπε γενικότερα να είναι πιο δραστική, συμπεριλαμβανομένης και της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα.

Τι θα συμβεί αν η Ελλάδα αρνηθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που έχουν συμφωνηθεί και «καταγγείλει» το μνημόνιο;
Οι εταίροι θα σταματήσουν να μας στηρίζουν οικονομικά. Αυτό θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε βαθύτερη ύφεση, με μεγαλύτερη ανεργία, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και σχεδόν σίγουρα η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στη δραχμή. Η δε εκβιαστική στάση της Ελλάδας θα οδηγήσει σε ανυπολόγιστη ζημιά στη διεθνή αξιοπιστία της χώρας για δεκαετίες.

Μια ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από το Ευρώ θα στοιχίσει πολύ στους εταίρους (αν και θα γίνει προσπάθεια να περιοριστεί το κόστος με έκτακτα μέτρα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως μαζικές αγορές Ισπανικών και Ιταλικών ομολόγων καθώς και περισσότερη στήριξη στις Ευρωπαϊκες τράπεζες). Η άποψη όμως ότι οι εταίροι έχουν ανάγκη να κρατήσουν την Ελλάδα στο ευρώ πάση θυσία και επομένως θα συνεχίζουν να την στηρίζουν ακόμα και αν αυτή αρνηθεί να εφαρμόσει το μέρος της συμφωνίας που της αντιστοιχεί είναι λανθασμένη. Πράγματι, σχεδόν όλες οι χώρες της ευρωζώνης λαμβάνουν απαραίτητα μέτρα για να τακτοποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους και παράλληλα πραγματοποιούν μεταρρυθμίσεις για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα. Τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητα και υπάρχουν μόνο μικρά περιθώρια χαλάρωσης. Δεν θα είναι αποδεκτό η Ελλάδα να συνεχίζει να λαμβάνει υποστήριξη χωρίς αντίστοιχα μέτρα, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τη συνοχή της ευρωζώνης από μέσα.

Μπορεί η Ελλάδα να φύγει από το ευρώ;
Ασφαλώς. Το ότι δεν προβλέπεται μηχανισμός αποπομπής από το ευρώ χωρίς έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εύλογο – το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κανόνας δεν μπορεί να σπάσει, όπως ήδη έσπασε στην περίπτωση της Ελλάδας και ο κανόνας ότι καμία χώρα δεν μπορεί να ζητήσει από τις υπόλοιπες να τη διασώσουν. Άλλωστε, η απόφαση για το ποιες χώρες θα έμπαιναν στην ευρωζώνη ήταν πολιτική και τέτοια μπορεί να είναι και η απόφαση για την εκδίωξη κάποιας χώρας. Σε κάθε περίπτωση, εάν δρομολογηθεί διαδικασία εξόδου, μάλλον αυτή θα ολοκληρωθεί με ενέργεια της ίδιας της Ελλάδας που θα ασφυκτιά από την έλλειψη χρηματοδότησης, και ίσως θα συνεπάγεται και έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πόσο ομαλή μπορεί να είναι η μετάβαση στο νέο νόμισμα;
Η κατάσταση για τους πρώτους μήνες θα είναι ιδιαίτερα ανώμαλη. Το νέο νόμισμα θα είναι σημαντικά υποτιμημένο (σε σχέση με την «κλειδωμένη» ισοτιμία ευρώ / δραχμής) και οι καταθέσεις θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε δραχμές. Συνεπώς αναμένονται πολύ μεγάλες απώλειες για όσους έχουν αποταμιεύσεις ή ακίνητη περιουσία, κατά τουλάχιστον 50%. Οι μισθοί και οι συντάξεις θα είναι πολύ χαμηλότεροι σε πραγματικούς όρους, ενώ αναμένεται σημαντικός πληθωρισμός που θα πλήττει όσους στηρίζονται σε εγχώριο εισόδημα. Τα εισαγόμενα προϊόντα θα είναι πολύ ακριβότερα. Καθώς το βάρος του χρέους της Ελλάδας θα γίνει πολύ μεγαλύτερο, η Ελλάδα θα αναγκαστεί να χρεοκοπήσει άτακτα, με σημαντικές συνέπειες για την δανειοληπτική της ικανότητα για δεκαετίες. Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα έχουν παρόμοιες δυσκολίες εξυπηρέτησης εξωτερικού χρέους και πρόσβασης σε πρώτες ύλες και πολλές θα χρεοκοπήσουν. Η αγορά προϊόντων από το εξωτερικό (όπως φάρμακα και καύσιμα) θα γίνει δύσκολη έως και αδύνατη χωρίς προπληρωμή καθώς οποιαδήποτε ελληνική εταιρεία θα θεωρείται εκ των πραγμάτων αφερέγγυα. Η δε προπληρωμή θα είναι σχεδόν αδύνατη μετά την κατάρευση του δανεισμού από τις τράπεζες. Οι εξαγωγές θα μειωθούν και λόγω των προβλημάτων των ελληνικών τραπεζών και επιχειρήσεων και λόγω της συναλλαγματικής αβεβαιότητας. Η γενική συνέπεια θα είναι μια μεγάλη αύξηση της ανεργίας, περαιτέρω μείωση των εισοδημάτων και έλλειψη βασικών προϊόντων. Είναι ασαφές πώς η όποια πολιτική δύναμη βρίσκεται στην εξουσία θα μπορεί να χειρισθεί τις ακραίες πολιτικά και εθνικιστικές φωνές, που αναμένεται να ενισχυθούν. Τέλος, μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ενδέχεται να συμπαρασύρει και την κυπριακή, καθώς ένα μεγάλο μέρος του ενεργητικού των κυπριακών τραπεζών βρίσκεται στην Ελλάδα.

Τι θα σημαίνει μεσοπρόθεσμα για την Ελλάδα η επιστροφή στη δραχμή;
Κάποια στιγμή, ίσως ένα ή δύο χρόνια μετά την έξοδο, θα υπάρξει σταθεροποίηση. Η νέα κατάσταση θα έχει χαμηλά εισοδήματα, υψηλά επιτόκια και αδύναμο νόμισμα. Η χώρα θα έχει περιφερειακή μόνο σχέση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές διεργασίες και η πίεση για τις μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας θα γίνει πολύ μικρότερη. Η χαμηλή παραγωγικότητα θα μπορεί να κρύβεται πίσω από υποτιμήσεις του νομίσματος ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνητή (και, τελικά, προσωρινή) αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Με απλά λόγια, θα έχουμε χαμηλούς μισθούς με ελάχιστη αγοραστική δύναμη για εισαγόμενα και θα πουλάμε τα προϊόντα μας φθηνά ώστε να βρίσκονται αγοραστές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προτιμήσει να μην βοηθήσει την Ελλάδα, ώστε ο ίδιος δρόμος να μην αποτελεί επιλογή για άλλες χώρες της ευρωζώνης. Θα υπάρξουν μόνο μικρές ομάδες του πληθυσμού που θα ενισχυθούν, όπως όσοι είχαν συσσωρεύσει χρέη προς το δημόσιο, όσοι απολαμβάνουν μονοπωλιακά προνόμια στις αγορές και επωφελούνται από εμπόδια εισόδου, και όσοι έχουν μεταφέρει την περιουσία τους στο εξωτερικό. Όπως και στην Αργεντινή, θα υπαρξει μία περαιτέρω συμπίεση της μεσαίας τάξης και μια βαθύτερη οικονομική και κοινωνική πόλωση.

Υπάρχει διέξοδος;
Δεν υπάρχει λύση που θα μας επιτρέπει να συνεχίσουμε μέσα στην προστασία της Ευρωζώνης αλλά με την αμεριμνησία του παρελθόντος. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να παραμείνει σε μια ενωμένη ευρωζώνη και να χρησιμοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας που έχει, ώστε να μεταρρυθμίσει την οικονομία της σε μια πορεία πραγματικής σύγκλισης με τις λοιπές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η μοναδική λύση στον ορίζοντα είναι οι επικείμενες εκλογές να οδηγήσουν σε κυβέρνηση που θα στηριχθεί ουσιαστικά από σημαντικό εύρος πολιτικών δυνάμεων και θα κινηθεί σε τρεις άξονες. Πρώτον, να επιβεβαιώσει την αδιαμφισβήτητη θέληση για παραμονή στην ευρωζώνη στη βάση των σχετικών συμφωνιών με τους εταίρους. Δεύτερον, να προωθήσει επειγόντως (εντός εξαμήνου) και να στηρίξει στην πράξη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σε τομείς-κλειδιά όπως το φορολογικό σύστημα, το σύστημα υγείας, την πλήρη μηχανοργάνωση κάθε υπηρεσίας του δημοσίου ώστε να περιορισθεί η διαφθορά, τη διαφάνεια του συστήματος προμηθειών, τον εξορθολογισμό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στις αγορές – αυτές οι κινήσεις όχι μόνο θα βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών αλλά θα στείλουν ένα σαφές σήμα βούλησης πραγματικής αλλαγής. Τρίτον, σε συνεργασία με τους εταίρους, να επαναδιατυπώσει σημαντικές πτυχές της δανειακής σύμβασης προς την κατεύθυνση της ταχύτερης τόνωσης των επενδύσεων, της ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας.

Μια κυβέρνηση με διακομματική στήριξη αλλά και σαφώς υπερκομματική μεταρρυθμιστική εντολή θα έχει σημαντικές προοπτικές επιτυχίας απλώς και μόνο από τη φύση της. Το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας έχει τη βάση του στη συστηματική παραβίαση θεσμών και κανόνων, που στήριζε και στηρίζονταν από κομματικές ή άλλες μικροπολιτικές προτεραιότητες. Η κατάργηση αυτής της σχέσης ελέγχου, θα επιτρέψει την εφαρμογή θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις, όπως και οι επενδύσεις που θα ακολουθήσουν, θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα αναιρώντας κατά πολύ τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες της λιτότητας και προσφέροντας πραγματική γηγενή ανάπτυξη και ελπίδα. Μια τέτοια λύση θα επαναφέρει το κλίμα εμπιστοσύνης των εταίρων προς την Ελλάδα και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διαγραφή του υφισταμένου χρέους (που είναι πλέον κατά κύριο λόγο διακρατικό). Μια διαπραγμάτευση για τη μείωση του χρέους θα πρέπει να γίνει τα επόμενα χρόνια καθώς το χρέος παραμένει υψηλό: παρά τα χαμηλά επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια ανέρχονται στο 6% του ΑΕΠ, ένα δυσβάστακτο βάρος που μπορεί να υπονομεύσει τη μεταρρυθμιστική δυναμική.

Ποιες αλλαγές είναι πιθανές στην ευρωζώνη, και πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να ωφεληθεί από αυτές;
Υπάρχει η πιθανότητα χαλάρωσης της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη τους επόμενους μήνες, καθώς και της αντίληψης ότι η γενικευμένη λιτότητα δεν αποτελεί λύση. Όμως αυτή η χαλάρωση θα είναι περιορισμένη γιατί τα δημόσια ελλείμματα και χρέη είναι ήδη μεγάλα. Επίσης δεν θα μπορεί να υποκαταστήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας που είναι απαραίτητες για τις πιο αδύναμες οικονομίες. Οι ουσιαστικότερες αλλαγές σε επίπεδο ευρωζώνης θα είναι προς μια περισσότερο λειτουργική και σφικτά δομημένη ένωση, και πιθανόν να αφορούν την πανευρωπαϊκή εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και την ασφάλιση των καταθέσων, καθώς και κάποια μορφή κοινής πρόσβασης στις χρηματαγορές όπως τα ευρωομόλογα.

Οι αλλαγές στην ευρωζώνη θα απαιτήσουν χρόνο. Για παράδειγμα, με το σημερινό εποπτικό καθεστώς τα ευρωομόλογα μπορεί να οξύνουν τα προβλήματα καθώς θα μειώσουν τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία στις υπερχρεωμένες χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, και συγχρόνως θα μειώσουν την αξιοπιστία των δημοσιονομικά πειθαρχημένων χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Επομένως τα ευρωομόλογα μπορεί μεν να αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης λύσης όπου συγχρόνως αυξάνεται ο διακρατικός έλεγχος και συντονισμός των προϋπολογισμών, αλλά σίγουρα δεν αποτελούν τον απο μηχανής θεό που θα οδηγήσει σε άμεση λύση των προβλημάτων μας. Επίσης τα επιτόκια των ευρωομολόγων δύσκολα θα είναι χαμηλότερα από αυτά με τα οποία η Ελλάδα δανείζεται τώρα από τους εταίρους της.

Πέρα από τις όποιες αλλαγές στην ευρωζώνη, πρέπει να τονίσουμε ότι μια οικονομία δεν μπορεί να βρίσκεται σε μια νομισματική ένωση εάν λειτουργεί αναποτελεσματικά και με πολύ ξεπερασμένες ή αντιπαραγωγικές πρακτικές σε σύγκριση με τις άλλες οικονομίες της ένωσης. Η ελληνική κοινωνία πρέπει να μετασχηματισθεί ουσιαστικά αν πρόκειται να πλησιάσει τον τρόπο λειτουργίας άλλων προηγμένων κρατών όπου η λειτουργία των θεσμών είναι πιο εύρυθμη και το επίπεδο ζωής ανώτερο. Προς το παρόν, όμως, παρουσιάζει την εικόνα χώρας που δεν μπορεί ή δεν θέλει να αλλάξει. Ίσως τώρα που είμαστε στο χείλος του γκρεμού, οι πολιτικοί φερθούν με περισσότερο υπεύθυνο τρόπο και καταστρώσουν λεπτομερή σχέδια απελευθέρωσης του σημαντικού παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

Σχόλιο: Το άρθρο είναι πολύ καλό και φυσικά πλήρως ενημερωτικό για το τι μας περιμένει. Πολλοί θα αρχίσουν τα ίδια και τα ίδια. Κινδυνολόγοι, τρομοκράτες κλπ..
Τα γνωστά.. Για να πάμε ως πρόβατα επί σφαγή.. Οι αρθρογράφοι σαν να οσμίζονται την λοιδωρία και λένε ως επίλογο:

Οι οικονομολόγοι που γράφουμε αυτό το κείμενο έχουμε μακροχρόνια εμπειρία σε γνωστά πανεπιστήμια διεθνώς. Δεν έχουμε εμπλοκή στον σχεδιασμό της πολιτικής που ακολουθείται στην Ελλάδα, ούτε σχέση με πολιτικά κόμματα. Αγωνιούμε και ανησυχούμε βαθιά, όπως και όλοι οι Έλληνες, για τις εξελίξεις στην οικονομία και την κοινωνία και δεν θα θέλαμε να δούμε την άγνοια και τον λαϊκισμό να οδηγούν τη χώρα σε καταστροφικές και μη αναστρέψιμες επιλογές.

Μάριος Αγγελέτος (Massachusetts Institute of Technology), Δημήτρης Βαγιανός (London School of Economics), Νίκος Βέττας (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Ιωαννίδης (Tufts University), Γιώργος Κωνσταντινίδης (University of Chicago), Κώστας Μεγήρ (Yale University), Χάρης Ντέλλας (Universitat Bern), Νίκος Οικονομίδης (New York University), Μανόλης Πετράκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Θανάσης Στέγγος (University of Guelph), Μιχάλης Χαλιάσος (Goethe University Frankfurt)

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=15780
*Το κείμενο δημοσιεύεται και στην Καθημερινή.

Read Full Post »